Γιατί το Μακεδονήσι το τρώμε και δεν πάμε διακοπές σε αυτό;
Δεν είναι νησί, δεν έχει παραλίες, αλλά το λένε Μακεδονήσι
Αν κάποιος που δεν είναι από την Ελλάδα ακούσει τη λέξη “Μακεδονήσι”, το πιθανότερο είναι να σκεφτεί ένα μικρό νησί κάπου στο Αιγαίο ή το Ιόνιο, ίσως με καταγάλανα νερά και ψαροταβέρνες δίπλα στη θάλασσα. Κάποιος μπορεί να φανταστεί έναν τουριστικό παράδεισο, έναν προορισμό για χαλάρωση και εξερεύνηση. Αλλά για τους Έλληνες, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Γιατί το Μακεδονήσι δεν είναι ένα νησί. Είναι… μαϊντανός. Και όχι, δεν έχει ξαπλώστρες ούτε beach bars.
Η απορία είναι εύλογη: πώς γίνεται ένας πράσινος ματσάκος να έχει όνομα που θυμίζει γεωγραφική τοποθεσία; Γιατί ενώ το λέμε “Μακεδονήσι”, δεν έχει ακτογραμμή, λιμάνια και τουριστικές υποδομές, αλλά αντίθετα καταλήγει ψιλοκομμένο πάνω σε φαγητά, δίνοντας άρωμα σε σάλτσες και σούπες; Η απάντηση κρύβεται στην ιστορία, στη λαϊκή φαντασία και σε μια δόση ελληνικής γλωσσικής εφευρετικότητας.
Η ονομασία “Μακεδονήσι” για τον μαϊντανό εμφανίστηκε μέσα από την αργκό των παλιών λαϊκών αγορών και των μαγείρων. Ο λόγος; Ο μαϊντανός έχει τη συνήθεια να… βρίσκεται παντού. Όπως ένα νησί μπορεί να είναι χαμένο στο αρχιπέλαγος, έτσι και ο μαϊντανός καταφέρνει να εμφανίζεται ξαφνικά σε κάθε φαγητό, είτε τον ζήτησες είτε όχι. Σούπες, ψάρια, μαγειρευτά, σαλάτες – σχεδόν τίποτα δεν γλιτώνει από τη μοίρα του να δεχτεί λίγο “Μακεδονήσι” από πάνω, ακόμα και αν δεν το χρειάζεται πραγματικά.
Μια άλλη θεωρία λέει ότι η λέξη δημιουργήθηκε από τη συνήθεια των παλιών εμπόρων και μαγείρων να δίνουν ευφάνταστα ονόματα σε απλά πράγματα, ώστε να τα κάνουν να ακούγονται πιο ενδιαφέροντα. Έτσι, ο μαϊντανός, που ήταν πάντα φθηνός και διαθέσιμος παντού, απέκτησε ένα όνομα που θύμιζε κάτι πιο εξωτικό. Άλλωστε, στη λαϊκή γλώσσα δεν είναι η πρώτη φορά που κάτι καθημερινό αποκτά παράξενο όνομα: ας μην ξεχνάμε ότι αποκαλούμε τις ελιές “Καλαμών” ακόμη και αν δεν έχουν περάσει ποτέ από την Καλαμάτα.
Αλλά το πιο αστείο είναι ότι το Μακεδονήσι δεν είναι απλώς κοινό – είναι πανταχού παρόν. Αν υπήρχε ελληνικό γαστρονομικό λεξικό με εικόνες, δίπλα στον ορισμό της λέξης “παντού” θα υπήρχε απλά μια φωτογραφία από μαϊντανό. Είναι το πράσινο φύλλο που κανείς δεν ζήτησε, αλλά πάντα καταλήγει στο πιάτο του. Είναι το τελευταίο υλικό που μπαίνει σε κάθε φαγητό, σαν να έρχεται να πει “και εγώ εδώ είμαι”. Και φυσικά, όποιος έχει δοκιμάσει να καθαρίσει μαϊντανό ξέρει ότι έχει την ικανότητα να σκορπάται παντού – και στον πάγκο, και στο πάτωμα, και ακόμα και μέσα στο ποτήρι σου αν δεν προσέξεις.