Γιατί αυτό που σήμερα λέμε δέκατα παλιά ήταν η κανονική μας θερμοκρασία και αυτό που λέμε τώρα υποθερμία μπορεί να γίνει η κανονική;
Σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι η θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος έχει μειωθεί τα τελευταία 200 χρόνια
Η ιδέα ότι η φυσιολογική θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος είναι σταθερή και αμετάβλητη εδώ και αιώνες είναι ένας μύθος που καταρρίπτεται από σύγχρονες έρευνες. Η επικρατούσα αντίληψη ότι η μέση θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος είναι 37 βαθμοί Κελσίου (ή 98,6 βαθμοί Φαρενάιτ) καθιερώθηκε τον 19ο αιώνα από τον Γερμανό γιατρό Καρλ Ράινχολντ Αύγουστο Βούντερλιχ. Ωστόσο, μετρήσεις των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν πως η θερμοκρασία του σώματός μας έχει μειωθεί σταδιακά, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτής της αλλαγής.
Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ ανέλυσαν δεδομένα θερμοκρασίας σώματος από τρεις διαφορετικές ιστορικές περιόδους, εξετάζοντας πάνω από 677.000 μετρήσεις. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μέση θερμοκρασία σώματος των ανθρώπων που γεννήθηκαν τον 19ο αιώνα ήταν κατά 0,6 βαθμούς Κελσίου υψηλότερη από τη μέση θερμοκρασία των ανθρώπων που γεννήθηκαν στα τέλη του 20ού αιώνα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτή η πτώση δεν οφείλεται σε τεχνικά σφάλματα ή βελτίωση των θερμομέτρων, αλλά σε πραγματικές φυσιολογικές αλλαγές.
Μια από τις πιθανές αιτίες αυτής της αλλαγής είναι η μείωση του μεταβολικού ρυθμού. Ο ανθρώπινος οργανισμός καταναλώνει ενέργεια για να διατηρήσει τη θερμοκρασία του σταθερή. Στον 19ο αιώνα, οι συνθήκες ζωής ήταν πιο σκληρές: τα σπίτια δεν είχαν μόνωση, δεν υπήρχε κεντρική θέρμανση ή κλιματισμός και η ανθρώπινη επαφή με μικροοργανισμούς ήταν πολύ μεγαλύτερη. Αυτοί οι παράγοντες οδηγούσαν σε μεγαλύτερη ενεργειακή κατανάλωση, άρα και σε υψηλότερη θερμοκρασία σώματος. Σήμερα, με τη βελτίωση της διατροφής, της ιατρικής και των συνθηκών διαβίωσης, το ανθρώπινο σώμα δεν χρειάζεται να δουλεύει τόσο σκληρά για να διατηρήσει τη θερμοκρασία του, γεγονός που οδηγεί σε ελαφρώς χαμηλότερη θερμοκρασία.
Η μείωση της φλεγμονής στο σώμα είναι ένας ακόμα καθοριστικός παράγοντας. Στο παρελθόν, οι χρόνιες λοιμώξεις ήταν πολύ πιο διαδεδομένες, γεγονός που οδηγούσε σε υψηλότερα επίπεδα φλεγμονής και κατά συνέπεια σε αυξημένη θερμοκρασία σώματος. Σήμερα, με την πρόοδο της ιατρικής και τη βελτίωση της υγιεινής, οι άνθρωποι υποφέρουν λιγότερο από χρόνιες λοιμώξεις, γεγονός που συμβάλλει στη μείωση της θερμοκρασίας του σώματος.
Το περιβάλλον παίζει επίσης σημαντικό ρόλο. Οι ελεγχόμενες κλιματολογικές συνθήκες στα σύγχρονα σπίτια και οι λιγότερες απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας στις οποίες εκτίθενται οι άνθρωποι έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της ανάγκης του οργανισμού να διατηρεί υψηλότερη θερμοκρασία. Στον 19ο αιώνα, οι άνθρωποι περνούσαν περισσότερο χρόνο σε εξωτερικούς χώρους, εκτεθειμένοι στις καιρικές συνθήκες, κάτι που ενίσχυε τη θερμορύθμιση του σώματος.
Η μεταβολή της θερμοκρασίας του ανθρώπινου σώματος είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα του πώς οι εξελίξεις στην κοινωνία, την τεχνολογία και την υγεία επηρεάζουν τη φυσιολογία μας. Εάν η τάση αυτή συνεχιστεί, δεν αποκλείεται η υποθερμία να επαναπροσδιοριστεί στο μέλλον και τα σημερινά “δέκατα” να θεωρούνται φυσιολογική θερμοκρασία. Αν και αυτή η αλλαγή φαίνεται μικρή, υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι προσαρμόζονται διαρκώς στο περιβάλλον τους με τρόπους που ακόμα προσπαθούμε να κατανοήσουμε.