Η Ferrari δεν ήθελε να συνδεθεί με το Pretty Woman. Η Lotus είπε ναι και τριπλασίασε τις πωλήσεις της.
Όταν η Ferrari αρνήθηκε να δώσει αυτοκίνητο για μια ρομαντική κομεντί με συνοδό πολυτελείας, η Lotus πήρε τη θέση της. Και μαζί της, και όλη τη δόξα.
Ήταν μια ρομαντική κομεντί με μια δόση παραμυθιού και έναν τίτλο που στο Χόλιγουντ πολλοί δεν ήθελαν καν να προφέρουν. Pretty Woman, 1990. Ένας εκατομμυριούχος, μια συνοδός πολυτελείας, μια νύχτα που γίνεται ιστορία. Το σενάριο ζητούσε ένα πολυτελές αυτοκίνητο. Κάτι που να φωνάζει χρήμα, στυλ, εξουσία. Κι έτσι, οι παραγωγοί απευθύνθηκαν πρώτα στη Ferrari. Μετά στην Porsche. Και οι δύο απάντησαν: όχι.
Δεν ήθελαν, λέει, τα αυτοκίνητά τους να συνδεθούν με πορνεία. Δεν ήθελαν η λάμψη τους να περάσει μέσα από το χαμόγελο μιας κοπέλας που –στο σενάριο– δουλεύει στο δρόμο. Δεν ήθελαν να φανούν «πολιτικά αμφίβολοι». Και έτσι, έκλεισαν την πόρτα. Αλλά κάπου αλλού, άνοιγε ένα πορτμπαγκάζ.
Η Lotus, μια βρετανική εταιρεία που πάλευε τότε να κρατηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, είπε ναι. Πρόσφερε ένα Esprit SE του 1989, ασημί, με αιχμηρές γραμμές και αγωνιστικό DNA. Το αυτοκίνητο δεν είχε απλώς ρόλο. Είχε χαρακτήρα. Ήταν το όχημα που οδηγεί ο Richard Gere στη σκηνή που αλλάζει όλη την ταινία: όταν σταματάει μπροστά από την Τζούλια Ρόμπερτς και της ανοίγει την πόρτα. Όχι μόνο του αυτοκινήτου – της ζωής της.
Η προβολή ήταν τεράστια. Η επιτυχία της ταινίας εκρηκτική. Και το κοινό, άγνωστο μέχρι τότε με τη Lotus, ερωτεύτηκε το Esprit. Οι πωλήσεις στις ΗΠΑ μέσα σε ένα χρόνο τριπλασιάστηκαν. Το αυτοκίνητο έγινε αντικείμενο πόθου. Έγινε σύμβολο ρομαντισμού. Έγινε όνειρο.
Η Ferrari και η Porsche παρέμειναν σταθερές στις αξίες τους. Η Lotus όμως πήρε το ρίσκο. Και κέρδισε κάτι που δεν αγοράζεται: θέση στην καρδιά του σινεμά. Γιατί η στιγμή που ένα αυτοκίνητο παρκάρει στην ιστορία δεν είναι όταν πατάει γκάζι. Είναι όταν κουμπώνει με την ψυχή του ήρωα και του θεατή.
Και εκείνο το βράδυ στο Beverly Hills, δεν ήταν μια Ferrari που περίμενε μπροστά στο ξενοδοχείο. Ήταν μια Lotus. Μια επιλογή που κανείς δεν θα τολμούσε… αλλά που τελικά, όλοι θυμόμαστε.