Οι όπερες είχαν τραγούδι για τουαλέτα και γλυκό. Το έλεγαν sorbet aria.
Το κοινό ήξερε πότε να σηκωθεί για γλυκό. Δεν ήταν διάλειμμα, ήταν ένα τραγούδι χωρίς σημασία
Ήταν μια εποχή όπου τίποτα δεν γινόταν χωρίς στιλ, ούτε καν το παγωμένο επιδόρπιο. Στην Ιταλία του 19ου αιώνα, οι όπερες είχαν διάρκεια, τελετουργία και κοινό που ήξερε πότε να συγκινηθεί και πότε να… σηκωθεί. Όχι γιατί τελείωσε η πράξη. Αλλά γιατί ερχόταν εκείνο το τραγούδι. Το άχρηστο. Το ελαφρύ. Το “για την τουαλέτα και το σορμπέ”.
Ονομαζόταν “aria di sorbetto” — και δεν ήταν προσβολή. Ήταν απλώς λειτουργικό. Έμπαινε συνήθως κάπου στο δεύτερο μέρος, και πάντα σε ρόλο μικρής σημασίας. Ένας υπηρέτης, μια κομπάρσα, κάποιος που κανείς δεν θυμόταν πώς τον λένε. Το τραγούδι του δεν άλλαζε την πλοκή, δεν είχε δραματική ένταση, ούτε λυρικό βάθος. Είχε μόνο έναν σκοπό: να σηκωθείς πριν χάσεις τα σοβαρά.
Στα παλαιά ιταλικά θέατρα, οι θεατές ήξεραν ακριβώς τι ώρα να πάνε στο φουαγιέ. Το sorbetto, ένα είδος παγωμένου γλυκού με φρούτα, ήταν το must εκείνης της ώρας. Το έπαιρναν σε μικρές πορσελάνες, το κρατούσαν όρθιοι ή πήγαιναν να το φάνε στο πίσω μέρος. Όλο το κοινό γινόταν μια μυστική χορωδία που άκουγε μόνο με το ένα αυτί.
Οι συνθέτες το ήξεραν αυτό. Δεν έβαζαν εκεί άριες για τους βασικούς. Αντίθετα, μερικές φορές οι ίδιες οι παραγωγές ζητούσαν επίτηδες τέτοιο κομμάτι, σαν άτυπο “διάλειμμα χωρίς διάλειμμα”. Μια στιγμή ανάσας για το κοινό, ένα μουσικό χαλί για το γλυκό, μια ανάσα πριν την κορύφωση.
Το πιο διάσημο sorbet aria θεωρείται εκείνο του Donizetti στην όπερα Lucrezia Borgia. Μικρό, σύντομο, τεχνικά ευχάριστο, χωρίς συναισθηματικό φορτίο. Μια μουσική γωνιά για να περάσει ο παγωτατζής.
Σήμερα, οι όπερες παίζονται με ευλάβεια. Κανείς δεν σηκώνεται. Δεν πουλάνε σορμπέ. Δεν υπάρχουν “άχρηστα” κομμάτια. Κι όμως, κάποτε η μουσική υποχωρούσε για να φας, να ξεμουδιάσεις ή απλώς να σκεφτείς. Και το έκανε με χάρη.