Οι πολεμιστές επιχειρηματίες που έκαναν το αίμα επάγγελμα
Δεν πολεμούσαν για πατρίδα, αλλά για πληρωμή.
Δεν ήταν στρατηγοί. Ούτε βασιλιάδες. Ήταν εργολάβοι πολέμου με δικό τους προσωπικό, συμβόλαια, πελάτες και τιμοκατάλογο. Ήταν οι κοντοτιέροι – οι μισθοφόροι της Ιταλικής Αναγέννησης, που έκαναν το επάγγελμα του πολεμιστή κάτι πιο κοντά στον κόσμο των τραπεζιτών και των βιομηχάνων. Οι κοντοτιέροι δεν αγαπούσαν τη μάχη· την νοίκιαζαν.
Ξεκίνησαν ως ελεύθερες εταιρείες μισθοφόρων, κυρίως από τη Γερμανία και τη Γαλλία, αλλά σύντομα οι Ιταλοί πήραν τα ηνία. Όποιος είχε πλούσιο οπλισμό, ελάχιστες ηθικές αναστολές και μια οργάνωση τύπου “εταιρείας”, μπορούσε να κάνει προσφορές σε πριγκιπάτα, πόλεις-κράτη, ακόμα και στον Πάπα. Οι καλύτεροι κοντοτιέροι δεν πολεμούσαν· απλώς απειλούσαν πως θα πολεμήσουν, και γι’ αυτό πληρώνονταν.
Η μάχη ήταν κόστος. Οι απώλειες, ζημιά στο brand. Οι κοντοτιέροι απέφευγαν τις μάχες εκ παρατάξεως και προτιμούσαν να κλείνουν συμφωνίες στο παρασκήνιο. Ο πιο γνωστός απ’ όλους, ο Τζιοβάνι ντάλε Μπάντε Νέρε, εμφανιζόταν μαυροντυμένος και εφάρμοζε νυχτερινές τακτικές που έμοιαζαν περισσότερο με επιθέσεις κομάντο. Ήταν ο τελευταίος μεγάλος κοντοτιέρος – κι ο πρώτος που πέθανε από κανόνι.
Ο Άγγλος Τζων Χώκγουντ ήρθε στην Ιταλία μετά τον Εκατονταετή Πόλεμο και μετατράπηκε σε τοπικό ήρωα, με δικό του στρατό, περιουσία και τάφο στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας. Ένας ξένος που πολεμούσε για όποιον πλήρωνε καλύτερα και λατρεύτηκε σαν άγιος. Το ίδιο και ο Καίσαρας Βοργίας, που με την υποστήριξη του Πάπα-πατέρα του και ένα κοφτερό μυαλό, ενώθηκε με μισθοφόρους και κατέλαβε όλη την κεντρική Ιταλία. Το βιβλίο «Ο Ηγεμών» γράφτηκε για εκείνον.
Οι κοντοτιέροι γίνονταν ευγενείς, δούκες, κυβερνήτες, με δικά τους κάστρα και νομίσματα. Ο Φραντσέσκο Σφόρτσα, γιος ενός κοντοτιέρου, έγινε Δούκας του Μιλάνου. Ο Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο έχτισε την πιο προηγμένη αυλή της εποχής στο Ούρμπινο, διακοσμημένη με χρήματα που προήλθαν από μάχες που δεν έγιναν ποτέ.
Το πιο αλλόκοτο είναι ότι υπήρχε μια άτυπη συμφωνία μεταξύ τους να μη σκοτώνονται. Δεν ήταν άνθρωποι του αίματος· ήταν άνθρωποι του συμφέροντος. Συχνά άλλαζαν στρατόπεδο εν μέσω πολέμου, αν η άλλη πλευρά πλήρωνε περισσότερα. Οι Ιταλοί της εποχής το ήξεραν: δεν υπήρχαν ήρωες, μόνο εργολάβοι.
Με τον καιρό, η πρόοδος των πυροβόλων και η ίδρυση εθνικών στρατών σάρωσε το μοντέλο του κοντοτιέρου. Το αρκεβούζιο κατέστρεψε το γυαλιστερό πανοπλαιάτο μοντέλο του επαγγελματία πολεμιστή. Το αίμα ξανάγινε πραγματικό και η μάχη έπαψε να είναι οικονομική συναλλαγή.
Κι όμως, η Ιταλία της Αναγέννησης χρωστάει πολλά σε αυτούς. Γιατί αυτοί, πιο πολύ κι από τους καλλιτέχνες, ήξεραν ότι μια συμμαχία μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική από μια νίκη, και πως ένα καλό συμβόλαιο μπορεί να σου δώσει περισσότερη εξουσία απ’ ό,τι μια μάχη.