Είχε ελληνικό αίμα και δεν το ήξερε σχεδόν κανείς. Ήταν η γιαγιά της Αμερικής.
Ήταν η γιαγιά της Αμερικής, αλλά λίγοι γνώριζαν πως είχε και ελληνικό αίμα. Η Betty White κουβαλούσε μέσα της μια κρυφή ιστορία από τη Σμύρνη.
Όλοι την ήξεραν ως την καλοσυνάτη γιαγιά που καθόταν στον καναπέ και έδινε συμβουλές, γέλιο, σοφία. Η Betty White ήταν το αμερικανικό αντίστοιχο της παρηγοριάς. Έπαιζε τους ρόλους της με τόση φυσικότητα, που έμοιαζε σαν να ήταν η ίδια η Αμερική. Κι όμως, λίγοι γνώριζαν ότι κάτω από αυτό το λαμπερό προσωπείο, κυλούσε και ελληνικό αίμα.
Η μητέρα της, η Tess Cachikis, καταγόταν από οικογένεια ελληνικής καταγωγής, με ρίζες από τη Σμύρνη. Ήταν μετανάστες που έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αλλαγμένο επώνυμο, αλλαγμένες γλώσσες, αλλαγμένες ιστορίες. Η ελληνικότητα θάφτηκε, όχι για να ξεχαστεί, αλλά για να προστατευτεί μέσα σε μια νέα ζωή.
Η Betty δεν μιλούσε ελληνικά, αλλά έφερνε μαζί της κάτι άλλο: εκείνη την παράξενη ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό. Όπως οι παλιές Ελληνίδες γιαγιάδες που γελούσαν με τον θάνατο και έκλαιγαν από τα γέλια. Έλεγε πάντα ότι το χιούμορ είναι το πιο σοβαρό πράγμα στον κόσμο. Ίσως να της το είχε μάθει, χωρίς να το ξέρει, η γιαγιά της από τη Σμύρνη.
Η καριέρα της ξεκίνησε σε μια εποχή που οι γυναίκες στην τηλεόραση ήταν σπάνιες. Εκείνη μπήκε δυναμικά, με φωνή σταθερή και βλέμμα που σάρωνε τον φακό. Δεν ήταν απλώς αστεία. Ήταν ακτιβίστρια, φιλόζωη, πρωτοπόρα. Και σε όλα αυτά, κουβαλούσε κι έναν ελληνικό σπόρο που, όσο κι αν δεν τον τόνιζε, φαινόταν σε μικρές εκρήξεις πάθους, σε βλέμματα που έκρυβαν περισσότερα απ’ όσα έλεγαν.
Πέθανε λίγο πριν κλείσει τα 100. Ολόκληρη η Αμερική έκλαψε. Δεν έμοιαζε απλώς με γιαγιά. Ήταν η γιαγιά όλων. Και κάπου, σε ένα ξεχασμένο κοιμητήριο ή σε ένα παλιό οικογενειακό κιτάπι, θα υπάρχει κι ένα επίθετο με «-άκης» ή «-όπουλος» που θα τη συνδέει με έναν άλλο τόπο. Έναν τόπο που ίσως δεν επισκέφτηκε ποτέ, αλλά που την ακούμπησε.