Είχε μόνο 35 δολάρια στην τσέπη και πήγε στη Νέα Υόρκη. Σε λίγα χρόνια παραμίλαγε όλος ο πλανήτης.
Δεν είχε ούτε σπίτι, ούτε χρήματα. Μόνο 35 δολάρια και μια εμμονή. Αυτή είναι η αληθινή ιστορία της Madonna.
Δεν είχε τίποτα. Ούτε λεφτά, ούτε σπίτι, ούτε κάποιον να την περιμένει. Είχε μόνο 35 δολάρια στην τσέπη και μια πτήση χωρίς επιστροφή για τη Νέα Υόρκη. Ήταν το 1978. Το κορίτσι από το Μίσιγκαν έφτασε στο κέντρο του κόσμου χωρίς να ξέρει τι ακριβώς θα κάνει. Μόνο ότι θα γίνει διάσημη. Αυτή η σκέψη της έφτανε.
Στην αρχή κοιμόταν σε καναπέδες φίλων. Έπιανε δουλειές του ποδαριού – σε καφετέριες, σε μπουρλέσκ, ακόμα και σε φτηνές παραγωγές που δεν ήξεραν αν είναι πορνό ή μοντέρνα τέχνη. Χόρευε όπου την πλήρωναν και πόζαρε γυμνή για μαθήματα ζωγραφικής. Το ενοίκιο έτρεχε. Οι μαχαιριές στους δρόμους της Νέας Υόρκης έρχονταν πιο εύκολα από την επιτυχία. Ένα βράδυ την βίασαν, με την απειλή μαχαιριού.
Και όμως, δεν έφυγε. Δεν γύρισε πίσω. Δεν έστειλε καν γράμμα. Έγραφε μουσική, έκανε πρόβες, κλείδωνε πόρτες και ονειρευόταν στάδια. Το πρώτο της single, το “Everybody”, κυκλοφόρησε το 1982. Δεν είχε καν τη φωτογραφία της στο εξώφυλλο – για να μη φανεί ότι ήταν γυναίκα. Και όμως, έγινε επιτυχία.
Σε λίγα χρόνια, η Madonna δεν ήταν απλώς όνομα. Ήταν φαινόμενο. Ήταν εικόνα, ήταν πρόκληση, ήταν θρησκεία. Από το “Like a Virgin” στο “Like a Prayer” και από το “Vogue” στο “Frozen”, έσπαγε φραγμούς, ενοχλούσε εκκλησίες, έκανε τους πάντες να μιλάνε – όχι μόνο για τη μουσική, αλλά για όλα. Τη σεξουαλικότητα, τη θρησκεία, τα δικαιώματα, την τέχνη, τα σώματα, τις γυναίκες.
Μαζί με τη φήμη ήρθαν και τα εκατομμύρια. Μαζί με τα εκατομμύρια ήρθαν και οι επιθέσεις. Δεν την συγχώρεσαν ποτέ που δεν ντράπηκε. Που μεγάλωσε χωρίς να αποσυρθεί. Που δεν έγινε «κυρία». Που τόλμησε στα 60 της να ανεβαίνει στη σκηνή πιο δυναμική από ποτέ, φορώντας κορσέδες και όχι φόρεμα με παγιέτες. Η Madonna δεν υπήρξε ποτέ γλυκιά. Υπήρξε πάντα πυρκαγιά.
Εκείνο το κορίτσι με τα 35 δολάρια στην τσέπη δεν πήγε να γίνει σταρ. Πήγε να πάρει εκδίκηση από έναν κόσμο που δεν περίμενε τίποτα από αυτήν. Και τελικά τον έκανε να τραγουδάει, να χορεύει, να φωνάζει, να διαμαρτύρεται. Να τη βλέπει και να βλέπει τον εαυτό του πιο ελεύθερο.