Ήταν η πιο επικίνδυνη γυναίκα της Άγριας Δύσης, πέθανε σε ένα φτηνό ξενοδοχείο, χωρίς φίλους, χωρίς λεφτά
Την ήξερε όλη η Άγρια Δύση. Κανείς όμως δεν ήξερε την αλήθεια της. Έλεγε ψέματα, ζούσε σαν μύθος και πέθανε σαν άνθρωπος που δεν είχε τίποτα.
Ήταν το πιο παράδοξο σύμβολο της Άγριας Δύσης. Την έλεγαν Καλαμίτα Τζέιν – ένα όνομα που γεννήθηκε σε κάποιο φυλλάδιο, μεγάλωσε στα saloons και πέθανε, κυριολεκτικά, μέσα στο αλκοόλ. Όλοι ήξεραν ιστορίες γι’ αυτήν, λίγοι την ήξεραν στ’ αλήθεια. Κι εκείνη δεν έδινε δεκάρα για το αν την πίστευαν. Μπορούσε να λέει πως έσωσε λοχαγούς, ότι κουβάλησε με τα χέρια της τον ετοιμοθάνατο Γουάιλντ Μπιλ Χίκοκ, ότι ήταν στρατιώτης, κατάσκοπος, νύφη ή μητέρα. Ή τίποτα από όλα αυτά.
Το όνομά της ήταν Μάρθα Τζέιν Κανάρι. Γεννήθηκε σε άμαξα, μεγάλωσε με αδέλφια που έπρεπε να τα ταΐζει με όποιο τρόπο μπορούσε. Μέχρι τα 15 είχε χάσει και τους δύο γονείς της και ζούσε κουβαλώντας πλυντήρια, οδηγώντας βόδια, δουλεύοντας σε κουζίνες και χορεύοντας σε σαλούν. Εκεί άρχισε να φοράει αντρικά ρούχα και να χτυπάει με μπουνιές τους μεθυσμένους που την πείραζαν. Κανείς δεν τολμούσε να της πει «κοριτσάκι».
Είπε πως την φώναξαν Calamity όταν έσωσε έναν αξιωματικό. Ότι κολύμπησε σε ποτάμια για να μεταφέρει διαταγές. Ότι έπιασε με τα ίδια της τα χέρια τον δολοφόνο του Γουάιλντ Μπιλ. Όλα τα έλεγε με τόση πειθώ, που ακόμα κι εκείνοι που τη διέψευδαν, τελικά την πίστευαν. Η Άγρια Δύση ήταν γεμάτη ψέματα. Η Τζέιν ήταν απλώς το καλύτερο.
Πέρασε από πορνεία, άμαξες, στρατόπεδα, σαλέ, φυλλάδια, παραστάσεις του Μπάφαλο Μπιλ και τέλος, από κάτι θέατρα του ενός δολαρίου. Εκεί έβγαινε και αφηγούταν τις υποτιθέμενες περιπέτειές της. Άλλοτε γελούσαν μαζί της. Άλλοτε χειροκροτούσαν. Μια φορά την λυπήθηκαν τόσο που της έκαναν έρανο για να στείλει την κόρη της σε σχολείο. Μέχρι να τελειώσει η βραδιά, είχε πιει τα μισά λεφτά.
Είχε μια βαλίτσα με γράμματα προς το παιδί της. Κάποιοι είπαν ότι ήταν κατασκευασμένα. Άλλοι είπαν ότι δεν ήξερε να γράφει. Είχε και κάτι αποδείξεις για γάμο με τον Χίκοκ. Ψεύτικες κι αυτές. Ή ίσως όχι. Ποιος να ξέρει πια;
Στα τελευταία της δούλευε μαγείρισσα για κοπέλες σε οίκο ανοχής. Όχι πια ηρωίδα, όχι σύμβολο. Ένας άνθρωπος που κάποτε τον χειροκροτούσαν κι έπειτα τον ξέχασαν. Έφυγε μόνη, μεθυσμένη, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Τέρι της Νότιας Ντακότα, τον Αύγουστο του 1903. Κάποιος την κατέβασε απ’ το τρένο γιατί δεν μπορούσε να σταθεί.
Την έθαψαν δίπλα στον Γουάιλντ Μπιλ, όχι γιατί το ήθελε εκείνος – δεν την ήθελε ποτέ. Το έκαναν για να του κάνουν πλάκα. Ένας μεταθανάτιος σαρκασμός που ταίριαζε σε μια ζωή γεμάτη αντιφάσεις.