Ήταν η πρώτη Αντιγόνη του νεοελληνικού θεάτρου. Και κανείς δεν τη θυμάται.
Η πρώτη Αντιγόνη του ελληνικού θεάτρου, η πρώτη γυναίκα θιασάρχης, η αγαπημένη του Βερναρδάκη.
Γεννήθηκε το 1838 στη Σικελία. Δεν λεγόταν Πιπίνα, ούτε Βονασέρα. Το επίθετο της μητέρας της ήταν Λίτολφ, και το Πιπίνα ήταν χαϊδευτικό. Ήρθε στην Ελλάδα στα δέκα της, μαζί με τον πατέρα της που ήταν μουσικός. Παντρεύτηκε έναν ερασιτέχνη ηθοποιό και λεπτουργό – εκείνον τον καιρό, οι θεατρίνοι δεν ζούσαν από την τέχνη. Κι όμως, έγινε η πρώτη σταρ του νεοελληνικού θεάτρου.
Το 1862, σε ένα θέατρο της Αθήνας που ονομαζόταν «Μπούκουρα», ερμήνευσε τη Λουκρητία Βοργία του Ουγκώ. Ήταν η εποχή της έξωσης του Όθωνα, της αναταραχής, του τέλους μιας εποχής. Και ήταν μόλις η αρχή για εκείνη.
Ένα χρόνο μετά, στις 7 Οκτωβρίου του 1863, έγραψε ιστορία: έπαιξε πρώτη την Αντιγόνη του Σοφοκλή στο ελληνικό θέατρο. Η φωνή της, «αργυρόηχη», όπως τη χαρακτήριζαν, μάγευε. Οι κινήσεις της ήταν σχολής. Όχι ελληνικής – ιταλικής, επιτηδευμένες, αυστηρές, αλλά σπαρακτικές.
Ο Βερναρδάκης τη διάλεξε για πρωταγωνίστρια του. Έγραψε ρόλους ειδικά γι’ αυτήν: Μαρία Δοξαπατρή, Μερόπη, Ευφροσύνη. Κι εκείνη τους ανέβασε, τους έσωσε, τους ταξίδεψε σε όλη τη Μεσόγειο – από την Κωνσταντινούπολη ως την Αζοφική. Έκανε περιοδεία σε μια εποχή που γυναίκες δεν ταξίδευαν. Έφτιαξε τον πρώτο δικό της θίασο – η πρώτη γυναίκα θιασάρχης στην Ελλάδα.
Ήταν σπάνια. Περνούσε από ένα συναίσθημα στο άλλο χωρίς να χάσει τον έλεγχο ούτε στιγμή. Έφτιαχνε «παγωμένες εικόνες» πάνω στη σκηνή – σταματούσε το σώμα της, το πρόσωπο, κάθε τι, έτσι ώστε να μείνει στη μνήμη του θεατή το συναίσθημα.
Έπαιζε Μήδεια, τραγουδούσε λυρικά άσματα στη σκηνή, και ήταν μητέρα τριών παιδιών – που έγιναν επίσης ηθοποιοί. Πέθανε τον Φεβρουάριο του 1927. Και ξεχάστηκε.