Ήταν Ιρλανδός, γεννήθηκε στην Αμερική, αλλά έπαιξε με τη Γερμανία για να καταστρέψει τη Βρετανία
Ο Lord Haw-Haw γεννήθηκε Αμερικανός και πέθανε προδότης. Έκανε προπαγάνδα για τον Χίτλερ και το πλήρωσε με αγχόνη.
Γεννήθηκε το 1906 στο Μπρούκλιν, από Ιρλανδούς μετανάστες, αλλά δεν έμεινε εκεί. Πριν καλά-καλά κλείσει τα τρία, η οικογένεια γύρισε στην Ιρλανδία. Η χώρα ήταν στα πρόθυρα εξέγερσης, μα ο μικρός William Joyce δεν έμοιαζε με τα υπόλοιπα παιδιά. Ήταν έντονα φιλοβρετανός και μεγάλωνε με μίσος για το εθνικιστικό κίνημα γύρω του. Όταν ξέσπασε ο Πόλεμος Ανεξαρτησίας, πολέμησε με τους διαβόητους Black and Tans. Δεν ήταν ούτε δεκαπέντε.
Η εμπειρία αυτή τον στιγμάτισε. Είχε δει “μάχες, φόνους και ξαφνικό θάνατο σε πολύ τρυφερή ηλικία”, όπως έγραψε ένας πράκτορας της MI5. Με την ίδρυση του Ιρλανδικού Ελεύθερου Κράτους, η οικογένεια Joyce εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, φοβούμενη αντίποινα. Εκεί, στο πανεπιστήμιο, ο William Joyce βρήκε αυτό που έψαχνε: φασισμό. Τον γοήτευσε ο αυταρχισμός του Μουσολίνι και η βία των μελανοχιτώνων. Έγινε γρήγορα το αστέρι της British Union of Fascists του Oswald Mosley, αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση της προπαγάνδας.
Μιλούσε σαν πολιτικός του μέλλοντος. Οξύς, ιδεολόγος, με φανατισμό και ρητορική. Ήταν, όπως έλεγαν, «σπουδαίος συγγραφέας, ομιλητής και ερμηνευτής της φασιστικής πολιτικής». Όταν όμως η δημοτικότητα του φασισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο άρχισε να καταρρέει – εξαιτίας των επεισοδίων βίας και της ταύτισης με τον ναζισμό – ο Joyce στράφηκε στον Χίτλερ.
Λίγες μέρες πριν το ξέσπασμα του πολέμου, διαισθανόμενος τι έρχεται, ο Joyce και η γυναίκα του έφυγαν για τη Γερμανία. Παρότι Αμερικανός, είχε αποκτήσει βρετανικό διαβατήριο με ψευδή δήλωση και είχε ήδη φτάσει πολύ κοντά σε ναζί αξιωματούχους. Το υπουργείο Προπαγάνδας τον ενέταξε αμέσως στις ραδιοφωνικές εκπομπές προς τη Βρετανία.
«Germany calling, Germany calling». Με αυτή τη φράση ξεκινούσαν τα δελτία του στον γερμανικό ραδιοφωνικό σταθμό. Ο William Joyce μετατράπηκε στον “Lord Haw-Haw”, τον πιο μισητό φωνή της Βρετανίας. Σατίριζε τον Τσόρτσιλ, παρουσίαζε παραπληροφόρηση για γερμανικές νίκες, έσπερνε φόβο. Τον άκουγαν εκατομμύρια. Άλλοι τον χλεύαζαν, άλλοι όμως φοβούνταν τα μηνύματά του.
Οι εφημερίδες τον γελοιοποιούσαν, αλλά το κοινό τον άκουγε. Υπήρχε δίψα για πληροφόρηση έξω από το λογοκριμένο BBC. Η κυβέρνηση εκτιμούσε ότι είχε μέχρι και 18 εκατομμύρια ακροατές. Κάποιοι έλεγαν ότι μετέδιδε κρυφά μηνύματα για σαμποτέρ, άλλοι πίστευαν ότι αποκάλυπτε τους στόχους των γερμανικών βομβαρδισμών. Η φωνή του ακουγόταν creepy, αλλά υπνωτική.
Ο Joyce παρέμεινε πιστός στον Χίτλερ μέχρι τέλους. Όταν οι συμμαχικοί μπήκαν στη Γερμανία, αυτός και η γυναίκα του έμειναν να εκπέμπουν ως την τελευταία στιγμή. Συνελήφθη στις 28 Μαΐου 1945 από Βρετανούς στρατιώτες. Τον μετέφεραν στο Ηνωμένο Βασίλειο και τον παρέδωσαν στη δικαιοσύνη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.
Το νομικό σκεπτικό ήταν παράδοξο: ο Joyce δεν ήταν Βρετανός υπήκοος. Αλλά επειδή είχε χρησιμοποιήσει βρετανικό διαβατήριο, υποτίθεται ότι είχε ζητήσει προστασία από το Στέμμα και έτσι του αναλογούσε και πίστη στο Στέμμα. Καταδικάστηκε και εκτελέστηκε με αγχόνη το 1946.
Λίγο πριν πεθάνει, έγραψε στη γυναίκα του πως ελπίζει «μια μέρα η σβάστικα να ξανασηκωθεί από τη σκόνη». Δεν ζήτησε συγχώρεση. Δεν μετάνιωσε. Δεν αρνήθηκε τίποτα. Ήταν μέχρι τέλους ο πιο φανατικός προδότης της εποχής του. Και ίσως ο πιο επικίνδυνος ραδιοφωνικός παρουσιαστής στην ιστορία.