Ήθελε να γίνει ζωγράφος. Δεν τον δέχτηκαν. Και μετά είχαμε 60 εκατομμύρια νεκρούς.
Αν τον είχαν δεχτεί, ίσως η Ιστορία να ήταν άλλη. Ο Χίτλερ απέτυχε να γίνει ζωγράφος.
Το 1907, ένας νεαρός μελαγχολικός άντρας πήγε με το portfolio του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης. Είχε μαζί του σκίτσα, νεκρές φύσεις, αρχιτεκτονικά τοπία. Δεν ήταν κακά. Απλώς ήταν μέτρια. Οι εξεταστές τού είπαν: «Έχεις ένα καλό χέρι για αρχιτεκτονική, αλλά όχι για ζωγραφική». Ο νεαρός δεν είχε πτυχίο να σπουδάσει αρχιτέκτονας. Ούτε χρήματα. Ούτε σχέδιο Β.
Το όνομά του ήταν Αδόλφος Χίτλερ.
Την επόμενη χρονιά έκανε ξανά αίτηση. Ξανά απορρίφθηκε. Έζησε φτωχός, άστεγος και περιθωριακός στη Βιέννη, πουλώντας καρτ-ποστάλ με τις ζωγραφιές του. Κοιμόταν σε φτηνά καταλύματα αστέγων. Εκεί, δίπλα σε Εβραίους, μετανάστες, μουσικούς και ζητιάνους, κάτι μέσα του ξεκίνησε να σαπίζει. Δεν έγινε φασίστας από τη μια μέρα στην άλλη. Έγινε από πληγή.
Χρόνια αργότερα, ο ίδιος είπε: «Η Βιέννη μου έμαθε να μισώ». Και μίσησε. Τους καθηγητές που τον απέρριψαν. Την εβραϊκή τέχνη που τον υποκαθιστούσε. Τον “παρακμιακό πολιτισμό” που του έκλεισε την πόρτα. Έβαλε φωτιά στην καριέρα που δεν είχε. Και στη θέση της έχτισε τη μεγαλύτερη μηχανή θανάτου που είχε δει ο πλανήτης.
Οι ιστορικοί το σημειώνουν ψυχρά: αν τον είχαν δεχτεί στην Ακαδημία, μπορεί να μην είχαμε Ολοκαύτωμα. Μπορεί να είχαμε απλώς έναν ιδιόρρυθμο καλλιτέχνη με νευρώσεις. Όχι 60 εκατομμύρια νεκρούς.
Η Ιστορία δεν γράφεται με «αν». Αλλά μερικές φορές, ένα “όχι” σε μια αίτηση σπουδών μπορεί να γράψει την πιο σκοτεινή σελίδα του αιώνα.