Ήξερες από πού βγαίνει η λέξη μαγιό;
Δεν είναι ελληνικό, δεν είναι μήνας και δεν έχει σχέση με «μαγεία». Η λέξη «μαγιό» έρχεται από τα κορμάκια των Γάλλων χορευτών και έφτασε μέχρι την ξαπλώστρα σου.
Δεν είναι το όνομα μήνα, δεν είναι κάποιο ελληνικό υποκοριστικό, ούτε έχει σχέση με τα «μαγικά» της θάλασσας. Κι όμως, το πιο καλοκαιρινό ρούχο της γλώσσας μας, το μαγιό, έρχεται από μια εντελώς απροσδόκητη γλωσσική διαδρομή — από τα εσώρουχα των χορευτών του 17ου αιώνα στη Γαλλία.
Η λέξη μαγιό είναι δάνειο από τη γαλλική λέξη maillot, που σημαίνει «λεπτό, εφαρμοστό ρούχο». Τον 17ο αιώνα, το maillot ήταν το είδος υφάσματος με το οποίο έντυναν τα βρέφη ή οι χορευτές τα κορμιά τους — κάτι ανάμεσα σε εσώρουχο και κορμάκι. Με τον καιρό, η χρήση της λέξης μετατοπίστηκε: έγινε το ρούχο που φορούσαν οι αθλητές στους Ολυμπιακούς Αγώνες, το ελαφρύ φανελάκι των ποδοσφαιριστών, και τελικά… το ένδυμα μπάνιου.
Οι Γάλλοι έλεγαν maillot de bain, δηλαδή κυριολεκτικά «το φανελάκι του μπάνιου». Όταν η λέξη πέρασε στα ελληνικά, κρατήθηκε μόνο το πρώτο συνθετικό: μαγιό. Και επειδή ήρθε σαν άκλιτο δάνειο, έμεινε ως έχει — ίδιο στον ενικό και στον πληθυντικό, ίδιο για άνδρες και γυναίκες, για βρακάκι ή ολόσωμο.
Πρόκειται για μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου η ελληνική γλώσσα υιοθετεί έναν ξένο όρο, τον κόβει στη μέση, τον καλοκαιριάζει και τον κάνει δικό της. Στην ουσία, φοράει πάνω του μια ανάμνηση από γαλλικά κορμάκια χορευτών, απογυμνωμένα από τη σημασία τους και ντυμένα με την ελληνική άμμο, τον ήλιο και τις ρακέτες στην παραλία.
Και τώρα, κάθε φορά που λες “πού είναι το μαγιό μου”, μιλάς χωρίς να το ξέρεις για μια λέξη που ξεκίνησε το ταξίδι της στη βασιλική Γαλλία — και κατέληξε να απλώνεται στα κάγκελα του μπαλκονιού σου να στεγνώσει.