Κάθε τραγούδι και μια ιστορία: Στο κουτούκι του Γιαβρή
Πως γράφτηκε το αθάνατο ζεϊμπέκικο που ερμήνευσε η Κατερίνα Στανίση.
Στο κουτούκι του Γιαβρή, η τελευταία μεγάλη επιτυχία του συνθέτη Νίκου Καρανικόλα.
Τον Μάιο του 1985 κυκλοφόρησε ο τρίτος προσωπικός δίσκος της Κατερίνας Στανίση, με τίτλο «Τι να θυμηθώ από σένα».
Περιλάμβανε δώδεκα τραγούδια σε μουσική του Νίκου Καρανικόλα, του Τάκη Μουσαφίρη και του Δημήτρη Χιονά, σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου, Λευτέρη Χαψιάδη, του Γιώργου Πια και της Βούλας Γκίκα.
Ο στιχουργός Λευτέρης Χαψιάδης αφιέρωσε το «Κουτούκι του Γιαβρή» στη μνήμη του φίλου του Γιώργου Ζησιμάτου, που «έφυγε τόσο νωρίς».
Ο ίδιος ο Χαψιάδης, που δεν είναι κι εκείνος πια ανάμεσά μας, διηγήθηκε το Νοέμβρη του 2016 στον ικανό ερευνητή Θανάση Γιώγλου, στην εκπομπή του «Εγώ, δεν έχω βγάλει το… ωδείο» στο Εθελοντικό Ραδιόφωνο του Δήμου Θεσσαλονίκη, την ιστορία γέννησης του τραγουδιού και τα… παρελκόμενά της.
Είπε μεταξύ άλλων ο Χαψιάδης:
Το «Κουτούκι του Γιαβρή» μου επιφύλαξε πολλές εκπλήξεις στη ζωή μου. Στα χρόνια που ήμουνα φοιτητής στην Πάτρα, είχα συναντήσει και γίναμε αχώριστοι φίλοι, έναν οικοδόμο που λεγόταν Γιώργος Ζησιμάτος. Αυτός ο άνθρωπος παντρεύτηκε και έφυγε από τη ζωή στα 29 του χρόνια, αφήνοντας πίσω ένα αγοράκι 2 μηνών. Κάποια στιγμή που ήρθε στο μυαλό μου, σκεφτόμουνα τις βραδιές που περνούσαμε σε ένα κουτούκι στην Πάτρα, το οποίο το ονομάσαμε «Το κουτούκι του Γιαβρή», ενώ δεν ήταν αυτός ο τίτλος του. Αλλά επειδή αυτός που το είχε ήταν Πόντιος, συνάντησα και στην Πάτρα Πόντιους και του είπα ότι «κι εγώ είμαι ποντιακής καταγωγής» και μάλιστα 100% – αν και πιστεύω ότι και γείτονα Πόντιο να’χεις, είσαι Πόντιος. Αυτός έλεγε «Καλώς το γιαβρί μου, καλώς το γιαβρί μου» και οι άλλοι οι συμφοιτητές μου έλεγαν «Πού θα πάμε; Στο κουτούκι του Γιαβρή». Και όταν τον έφερα κάποιο βράδυ στο μυαλό μου, γράφω έναν στίχο «Φτάσανε πικρά χαμπέρια, στο κουτούκι του Γιαβρή και σταυρώσαμε τα χέρια κι είπαμε “άλλο μη μας βρει”. Χάρε μπαμπέση σταυρωτή, γιατί μας το’κανες γιατί, πήρες απ’την παρέα μας, το πιο καλό παιδί». Τον έδωσα τον στίχο στον Νικολόπουλο, αλλά δεν τον έφτιαξε. Τον έδωσα στον Πολυκανδριώτη, δεν τον έφτιαξε. Τον έδωσα στον Σούκα, δεν τον έφτιαξε. Φαίνεται ότι ο κάθε στίχος έχει την τύχη του και τη μοίρα του. Είχα δώσει στη Στανίση κάποια τραγούδια με τον Πολυκανδριώτη, τα οποία είχαν σχετική επιτυχία, αλλά όχι grand…
Πήγαινα στη «Φαντασία» που ήταν απέναντι στο παλιό Αεροδρόμιο και είχα γνωρίσει τον Κοσμά τον Καλογράνη, τον αδερφό του Μιχάλη και έτσι όπως ήμασταν στο γραφείο, κάποια στιγμή έρχεται ένας και λέει ο Κοσμάς: «Καλώς τον Καρανικόλα!» Εγώ το ήξερα το όνομα του Καρανικόλα και σαν φάτσα, έτσι αχνά. «Κάτσε ρε λίγο να τα πούμε!» «Ναι θα μείνω» λέει. «Ρε Καρανικόλα, να σε γνωρίσω έναν καλό στιχουργό, έχει γράψει το “Μία είναι η ουσία” και γίνεται της τρελής». Μου λέει «Ρε φιλαράκο εσύ το ‘γραψες;» Λέω «Ναι». «Για μένα έχεις τίποτα;» Και πώς μου’ ρχεται φίλε και του λέω τον στίχο. Λέει «Μπορείς να μου τον γράψεις σ’ένα χαρτί;» Του γράφω τον στίχο στο χαρτί και λέει «Γράψε μου κι ένα τηλέφωνό σου». Και την άλλη μέρα το πρωί, χτυπάει το τηλέφωνό μου, στις 7 η ώρα, την ώρα που μπαίνω στο γραφείο και είναι ο Καρανικόλας. Και μου λέει «Ρε μαγκάκο θες ν’ακούσεις τι έγραψα;» Και τ’ ακούω και παθαίνω σοκ!
Μου λέει «Σε ποιον τραγουδιστή θέλεις να το δώσουμε;» Λέω «Μια και μας έκανε τα αρραβωνιάσματα ο Κοσμάς δεν το δίνουμε στη Στανίση, που θα κάνει τώρα καινούργιο δίσκο;» «Ναι μ’ αρέσει».
Πάμε την άλλη βραδιά, λέει ο Μενιδιάτης ο Κοσμάς «Το’ φτιαξες ρε σκύλε κιόλας;» και το παίρνει και μένει «κόκκαλο». Λέει «Είναι το σουξέ της χρονιάς». Πάμε να το γράψουμε, παίζει μπουζούκι ο Δημήτρης Χιονάς… Και το τραγουδάει η Στανίση και το’πε πολύ ωραία… Γράφω στον δίσκο «Αφιερωμένο στη μνήμη του φίλου μου Γιώργου Ζησιμάτου, που έφυγε τόσο νέος». Με το τραγούδι γίνεται χαμός και κυρίως στα λαϊκά μαγαζιά, της νύχτας, όχι στις μπουάτ και σ’ αυτά.