Γλαύκος, ο γενναίος Βασιλιάς της Λυκίας
Ο Γλαύκος ήταν Έλληνας Βασιλιάς της αρχαίας Λυκίας της Μικράς Ασίας και ήταν γιος του Ιππόλοχου και εγγονός του ήρωα Βελλεροφόντη.
Ένα εξαιρετικό άρθρο για τον Γλαύκο γράφει η Ιωάννα Κ. Λάππα. Μαθήτρια Γυμνασίου γράφει για τον γενναίο Βασιλιά της Λυκίας.
«Ο Γλαύκος ήταν Έλληνας Βασιλιάς της αρχαίας Λυκίας της Μικράς Ασίας και ήταν γιος του Ιππόλοχου και εγγονός του ήρωα Βελλεροφόντη.
Ο Βασιλεύς της Λυκίας Γλαύκος, συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο, στο πλευρό των Τρώων με τον Στρατό της Λυκίας, τον οποίο διοικούσε μαζί με τον ξάδελφο του Σαρπηδόνα. Ο πατέρας του τον είχε στείλει εκεί με την εντολή να υπερασπιστεί την προγονική του γλώσσα.
Κατά την διάρκεια της μάχης, ο Γλαύκος βγήκε για να μονομαχήσει με τον βασιλιά του Άργους, Διομήδη. Ο τελευταίος θαύμασε βλέποντας το κάλλος και την γενναιότητά του, ώστε δεν γνώριζε αν έβλεπε θνητό ή αθάνατο. Τότε, ο γιος του Ιππόλοχου του διηγήθηκε την γενεαλογία του και ο Διομήδης ακούγοντας τον, του είπε:
«Μου είσαι φίλος πατρικός από παλιά, αλήθεια! Τον άξιο Βελλεροφόντη κάποτε ο Οινέας ξένισε στο παλάτι του για είκοσι ημέρες κι ένας στον άλλο έδωσαν δώρα φιλοξενίας· μια ζώνη λαμπροπόρφυρη του έδωσε ο Οινέας, σ’ αυτόν ο Βελλεροφόντης χρυσή δίγουβη κούπα, που φεύγοντας την άφησα στο πατρικό μου σπίτι. Έτσι μικρό που μ’ άφησε, Τυδέα δε θυμάμαι, σαν ο στρατός των Αχαιών χάθηκε μες στη Θήβα. Έτσι είμαι φίλος σου εγώ μέσα στο Άργος πάντα και συ δικός μου, σαν βρεθώ κάποτε στη Λυκία. Ας μη σμιχτούν τα όπλα μας, κι η μάχη ας ανάβει· Τρώες πολλοί και σύμμαχοι υπάρχουν να σκοτώνω, όποιους θεός στα χέρια μου, στα πόδια μου μου ρίξει, και να σκοτώσεις, αν μπορείς, πολλούς Αργείους έχεις. Όπλα ας ανταλλάξουμε, όλοι αυτοί να ξέρουν πως μια φιλία πατρική ανάμεσά μας είναι.».
Κατέβηκαν λοιπόν και οι δύο από τα άρματά τους και δίνοντας το δεξί χέρι έγιναν φίλοι, ανταλλάσοντας και τα όπλα τους. Ο Γλαύκος, όμως, κατά κάποιο τρόπο αδικήθηκε διότι τα εκατό δικά του ήταν χρυσά (αξίας εκατό νομισμάτων ή εκατό βοδιών), ενώ τα εννέα του Διομήδη ήσαν χάλκινα (αξίας εννέα βοδιών).
Μετά από αυτά επέδειξε πολλές ανδραγαθίες, ιδίως μετά τον φόνο του Αχαιού Ιφίνοου. Όταν οι Τρώες εφόρμησαν στα χαρακώματα των Αχαιών, αυτός βρισκόταν στην πέμπτη φάλαγγα μαζί με τον Σαρπηδόνα. Ο Αχαιός Τεύκρος, όμως, τον πλήγωσε στον βραχίονα και αποχώρησε από την μάχη προς μεγάλη λύπη του Σαρπηδόνα.
Όταν ο Πάτροκλος εισήλθε στην μάχη, έριξε το ακόντιό του και πέτυχε στην καρδιά τον Σαρπηδόνα, ο οποίος έπεσε στο έδαφος μπροστά στο άρμα του, λέγοντας στον Γλαύκο να φυλάξει το σώμα και τα όπλα του. Εκείνος, αν και ήταν τραυματισμένος, κατάφερε να παρακινήσει όλους τους στρατηγούς των Τρώων να υπερασπιστούν με ανδρεία τα όπλα και το σώμα του Σαρπηδόνα.
Τότε, ο Πάτροκλος, οργισμένος, φόνευσε τον Τρώα Σθενέλαο και διασκόρπισε τους Λύκιους και τους Τρώες, αναγκάζοντας τον Έκτορα να υποχωρήσει και οι Αχαιοί να κερδίσουν έδαφος. Ο Γλαύκος, υποχωρώντας και καταδιωκόμενος από τον Αχαιό Βαθυκλή, στράφηκε και τον φόνευσε προκαλώντας έτσι δεύτερη μάχη γύρω από το σώμα του Σαρπηδόνα. Το τελευταίο σκεπάστηκε ολόκληρο από τα βέλη, το αίμα και την σκόνη, ώστε δεν αναγνωριζόταν πλέον, ενώ φονεύθηκαν πολλοί γύρω του, ιδιαίτερα Λύκιοι. Με αυτό τον τρόπο, οι Αχαιοί πήραν τα όπλα του Σαρπηδόνα.
Έπειτα, ο Πάτροκλος φονεύθηκε και ο Έκτορας πήρε την πανοπλία του, η οποία ανήκε στον Αχιλλέα. Αν και στην αρχή αναγκάσθηκε να φύγει μόνο με τα όπλα, λόγω καταδίωξης από τον Μενέλαο και τον Αίαντα, φόρεσε αυτή την πανοπλία, καθώς ο Γλαύκος τον επέπληξε ως άνανδρο και δειλό.
Τελικά, σύμφωνα με τον Σταγειρίτη, ο Γλαύκος φονεύθηκε από τον Αίαντα τον Τελαμώνιο.
Αργότερα, βρέθηκε επίγραμμα του Γλαύκου, στο οποίο αναγράφονται τα εξής:
«Εὐώδης κυπάρισσος ὁμοῦ καὶ λάϊνος ὄχθος, ἐνθάδε τὸν Λύκιον Γλαῦκον ἔχει φθίμενον» (Ευωδιαστό κυπαρίσσι και πέτρινος λόφος μαζί· εδώ κρατούν τον Λύκιο Γλαύκο πεθαμένο)
Ιωάννα Κ. Λάππα,
25 Ιανουαρίου 2026
Το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε και ΕΔΩ.