Τέμπη: Συνταρακτικές μνήμες από επιζήσασα – «Ακούγαμε τις κραυγές αλλά δεν μπορούσαμε να βοηθήσουμε»
«Είναι σαν να έχει πεθάνει ένα κομμάτι μας στα Τέμπη» είπε συγκινημένη η Αλεξάνδρα Τσακίρη που βρισκόταν στο 5ο βαγόνι τη μοιραία νύχτα
Οι επιζήσαντες της τραγωδίας των Τεμπών είναι ένα ακόμα θλιβερό κεφάλαιο που το ελληνικό κράτος προτιμά να έχει ξεχασμένο. Εκατοντάδες άνθρωποι που γλίτωσαν από τον εφιάλτη, νιώθουν εδώ και 3 χρόνια «αόρατοι» στις εξελίξεις. Ο καθένας κουβαλά βουβά τον προσωπικό πόνο του και γίνεται ένας οργισμένος θεατής σε αυτό το θέατρο παραλόγου, όπου κάθε προσπάθεια δικαίωσης καταπνίγεται.
Ο κάθε επιζών έχει μια τραυματική εμπειρία να μοιραστεί, όπου θα του προσφερθεί κάποιο βήμα για να μιλήσει. Πολλοί παλεύουν ακόμα με σωματικά τραύματα, θεραπείες και χειρουργεία. Άλλοι δίνουν μάχη με τα ψυχικά τους τραύματα, έχοντας καταφύγει σε ψυχολόγους, ψυχιάτρους και φαρμακευτικές αγωγές. Και σίγουρα όλοι νοιώθουν την 28η Φεβρουαρίου ως μέρα που θα τους «στοιχειώνει» για πάντα.
«Δεν μπορούσες να φανταστείς τι θα ακολουθήσει»
Η Αλεξάνδρα Τσακίρη είναι μια από τους επιζήσαντες και μοιράστηκε τις σκέψεις της στο Kontra24 το βράδυ της Πέμπτης. Κοινός παρονομαστής για όλους όσους βρίσκονταν στο μοιραίο Intercity 62, ότι η ζωή τους μετά από την τραγωδία δεν είναι ποτέ ξανά η ίδια. «Είναι σαν να έχει πεθάνει ένα κομμάτι μας εκεί», είπε η Αλεξάνδρα, περιγράφοντας πώς χάθηκε για πάντα η ανεμελιά της ζωής, αφού οι στιγμές της φρίκης δεν παύουν να την «καταδιώκουν».
Η Αλεξάνδρα χρειάστηκε να ακολουθεί σχήμα ψυχοθεραπείας για να ανακτήσει την ισορροπία της, αλλά παρόλα αυτά το αίσθημα ευγνωμοσύνης για το ότι βγήκε ζωντανή από τον εφιάλτη των Τεμπών, συμπιέζεται από το αίσθημα ενοχών για όσους πέθαναν εκεί. Πραγματικά οξύμωρο να νιώθουν ενοχές αυτά τα τραυματισμένα παιδιά που δεν φταίνε σε τίποτα, την ώρα που οι πραγματικοί υπεύθυνοι σπάνε κάθε ρεκόρ αναισθησίας.
Η Αλεξάνδρα ανακάλεσε στη μνήμη της τις στιγμές πριν από τη φονική σύγκρουση. Θυμάται ότι υπήρχε αναστάτωση στους επιβάτες λόγω των καθυστερήσεων του τρένου. Μίλησε για μια ανεξήγητη στάση «στο πουθενά» μετά τον σταθμό της Λάρισας, αλλά και ένα δυνατό τράνταγμα που έμοιαζε σαν να άλλαξε ράγες η αμαξοστοιχία. Όμως κανενός το μυαλό δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί ότι από εκεί και πέρα ο θάνατος πλησίαζε μετωπικά στο ίδιο ρεύμα. «Δεν μπορούσες να φανταστείς τι θα ακολουθήσει», διηγείται η Αλεξάνδρα, η οποία βρισκόταν στο πέμπτο βαγόνι.
«Ακούγαμε τα ουρλιαχτά»
Η τρομακτική σύγκρουση ήταν σαν να εκτυλισσόταν ταυτόχρονα σε αργή κίνηση, αλλά και σε αστραπιαία ταχύτητα. Η Αλεξάνδρα έκανε λόγο για πυκνό καπνό που «έκαιγε τα σωθικά» από εστίες φωτιάς που έζωναν τους επιβάτες. Ακολούθησε χάος και άνθρωποι άρχισαν να σπάνε τζάμια για να πάρουν οξυγόνο. «Βάλαμε φουλάρια στο πρόσωπο για να παίρνουμε ανάσες», θυμάται. Με την αδρεναλίνη του κινδύνου να βρίσκεται στα ύψη, κάποιοι επιβάτες ρίχτηκαν αμέσως στο έργο της διάσωσης. Να βοηθήσουν τους πιο ευάλωτους, τους πιο τρομαγμένους, τους πιο τραυματισμένους. Στιγμές απίστευτου θάρρους εξελίχθηκαν και αυτή η ανθρωπιά είναι που δεν επέτρεψε τον αριθμό των θυμάτων να ανέβει πολύ περισσότερο. Σε κάποια βαγόνια νικούσε η ζωή, την ίδια στιγμή που στα μπροστινά κυριαρχούσε ο θάνατος. Οι κραυγές των θυμάτων που εκλιπαρούσαν για βοήθεια ηχούν ακόμα στα αυτιά της Αλεξάνδρας. «Ακούγαμε τα ουρλιαχτά αλλά δεν μπορούσαμε να βοηθήσουμε», λέει.
Για την πορεία της δικαιοσύνης η Αλεξάνδρα δήλωσε ξεκάθαρα ότι νιώθει «πως μας κοροϊδεύουν». Χρειάστηκε να προχωρήσει η ίδια σε ενέργειες για να καταθέσει, ενώ είπε ότι ο ανακριτής αμφισβητούσε συνεχώς τη μνήμη της, ιδιαίτερα για το θέμα της περίεργης στάσης του τρένου μετά τη Λάρισα.
Απογοητευμένη και προδομένη από το ελληνικό κράτος, η Αλεξάνδρα σκέφτηκε να μεταναστεύσει στο εξωτερικό αλλά η δίψα της για μια καλύτερη Ελλάδα, τελικά κυριάρχησε μέσα της. «Θα τους κάναμε τη χάρη να αφήσουμε τη χώρα και να συνεχίσουν να τη διαχειρίζονται με γνώμονα το κέρδος και όχι τις ζωές μας», τονίζει. Συνειδητά και με όλες τις δυνάμεις της, θα μείνει για να δώσει κι εκείνη τη μάχη μέχρι την τελική δικαίωση.