Κρέμασαν τον λάθος άνθρωπο. Ο πραγματικός δολοφόνος έμενε στον κάτω όροφο, βρήκαν 8 πτώματα στο υπόγειο.
Είπε από την πρώτη στιγμή ποιος το έκανε. Δεν τον πίστεψαν. Τον εκτέλεσαν. Τρία χρόνια μετά, βρήκαν οκτώ πτώματα στο υπόγειο.
Στις 30 Νοεμβρίου 1949, ο 25χρονος Τίμοθι Έβανς μπήκε στο αστυνομικό τμήμα της Ουαλίας και είπε ότι στο σπίτι του στο Λονδίνο είχε γίνει κάτι τρομερό. Η γυναίκα του, Μπέριλ, είχε πεθάνει κατά τη διάρκεια μιας έκτρωσης που έγινε με τη βοήθεια του γείτονά τους, του ήσυχου, καλοστεκούμενου κυρίου Κρίστι. Όταν οι αστυνομικοί έφτασαν στην οδό Rillington Place 10, στο Νότινγκ Χιλ, βρήκαν τα σώματα της Μπέριλ και της μικρής κόρης τους, Τζεραλντίν, σε έναν αποθηκευτικό χώρο στην αυλή. Ο Έβανς συνελήφθη. Μετά από ώρες ανάκρισης, ομολόγησε — αλλά σε τέσσερις διαφορετικές εκδοχές.
Ήταν ψεύτης; Ήταν μπερδεμένος; Ήταν ένοχος; Για το δικαστήριο, η απάντηση ήταν εύκολη. Ήταν φτωχός, αγράμματος, είχε πρόβλημα στον λόγο και στην κρίση. Το μόνο που δεν είχε ήταν υπεράσπιση. Καταδικάστηκε για τον φόνο της κόρης του και απαγχονίστηκε το Μάρτιο του 1950 στη φυλακή Pentonville.
Το θέμα θα είχε κλείσει εκεί — αν ο Τζον Κρίστι δεν είχε αρχίσει να μυρίζει.
Το 1953, το ίδιο σπίτι στην οδό Rillington Place αδειάζει και ένας νέος ένοικος ανακαλύπτει έναν τοίχο που φαίνεται πρόχειρα χτισμένος. Πίσω του βρίσκονται τρία γυναικεία πτώματα. Ολόκληρο το σπίτι ανασκάπτεται. Βρίσκονται συνολικά οκτώ πτώματα: στο υπόγειο, στον κήπο, κάτω από τις σανίδες του πατώματος. Όλες γυναίκες. Στραγγαλισμένες. Μία από αυτές ήταν η γυναίκα του Κρίστι, την οποία είχε σκοτώσει και θάψει κάτω από το σαλόνι του.
Ο Τζον Κρίστι, πρώην αστυνομικός ειδικών καθηκόντων και στρατιώτης στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε μετατραπεί σε έναν από τους πιο ύπουλους κατά συρροή δολοφόνους του 20ού αιώνα. Χρησιμοποιούσε την ιδιότητα του “γιατρού” — μια ιδιότητα που του κόλλησε η γειτονιά — για να “βοηθάει” γυναίκες που δεν ήθελαν να κρατήσουν το παιδί τους. Τις παρέσυρε με καλοσύνη, τις ναρκωνε με coal gas, τις βίαζε και τις σκότωνε. Σαν να ήταν κάτι καθημερινό. Στη δίκη του, εμφανίστηκε με ψυχραιμία και παραδέχτηκε τις πράξεις του — εκτός από μία. Αρνήθηκε πως σκότωσε την κόρη του Τίμοθι Έβανς.
Η κοινή γνώμη δεν άντεξε. Οι εφημερίδες γέμισαν με ερωτήματα. Είχε εκτελεστεί ένας αθώος; Οι ίδιοι οι αστυνομικοί που είχαν πιστέψει τον Κρίστι, τώρα τον είδαν να διαλύει την αξιοπιστία τους. Ο δικαστικός κόσμος της Βρετανίας δέχτηκε το πιο δυνατό χτύπημα από μέσα.
Ο Τζον Κρίστι εκτελέστηκε κι εκείνος με απαγχονισμό το 1953. Αλλά η σκιά του δεν έφυγε. Το 1965, η υπόθεση του Τίμοθι Έβανς αναθεωρήθηκε. Και το 1966 του δόθηκε μεταθανάτια χάρη. Η Αγγλία είχε πια αναγνωρίσει επισήμως ότι είχε κρεμάσει έναν αθώο. Και μαζί με την αναγνώριση αυτή, ξεκίνησε το τέλος της θανατικής ποινής στη χώρα.
Το σπίτι στην Rillington Place κατεδαφίστηκε. Η διεύθυνση εξαφανίστηκε από τους χάρτες. Αλλά η μνήμη της υπόθεσης έμεινε. Έγιναν βιβλία, ταινίες, αναλύσεις, νομικά συνέδρια. Γιατί δεν ήταν απλά μια σειρά δολοφονιών. Ήταν το απόλυτο παράδειγμα αποτυχίας της δικαιοσύνης.
Ο Τίμοθι Έβανς δεν είχε δολοφονήσει κανέναν. Ο γείτονας που κατηγόρησε από την πρώτη στιγμή, είχε σκοτώσει τουλάχιστον οκτώ γυναίκες. Κι όμως, εκείνος ήταν που πλήρωσε το τίμημα. Και μια ολόκληρη χώρα, από τότε, δεν ξανακοίταξε τη θανατική ποινή με τα ίδια μάτια.