Μάζευε ζιζάνια σε έναν κήπο. Τον έπλυναν, του φόρεσαν μωβ και χρυσό, και τον πήγαν στον Μέγα Αλέξανδρο
Δεν είχε παλάτι, μόνο ένα κήπο με ζιζάνια. Τον έλουσαν, τον έντυσαν με μωβ και χρυσό, και τον πήγαν στον Μέγα Αλέξανδρο.
Το 333 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος έφτασε στη Σιδώνα. Η πανάρχαια πόλη της Φοινίκης άνοιξε τις πύλες της χωρίς μάχη. Οι κάτοικοι είχαν κουραστεί να ζουν κάτω από την περσική κυριαρχία και είδαν στο νεαρό Μακεδόνα έναν ελευθερωτή. Ο βασιλιάς τους, υποτακτικός των Περσών, εκθρονίστηκε αμέσως.
Ο Αλέξανδρος δεν διόρισε κυβερνήτη από δική του αυλή. Ζήτησε από τους ίδιους τους Σιδώνιους να του δείξουν ποιον θεωρούσαν πραγματικά άξιο για τον θρόνο τους. Τότε συνέβη κάτι που δεν καταγράφεται συχνά στα βιβλία της ιστορίας. Οι Σιδώνιοι υπέδειξαν έναν άντρα που ζούσε ξεχασμένος στην άκρη της πόλης, καλλιεργώντας λαχανικά.
Τον έλεγαν Αβδαλώνυμο. Ήταν από βασιλικό αίμα, αλλά κάποτε είχε περιπέσει σε δυσμένεια και φτώχεια. Είχε αποσυρθεί σιωπηλά, χωρίς να διεκδικήσει τίποτα. Όταν οι πολίτες τον βρήκαν στον κήπο του να ξεριζώνει ζιζάνια, του έδειξαν ένα βασιλικό ένδυμα με μωβ και χρυσό, του είπαν να λουστεί, να καθαρίσει το σώμα του από τη λάσπη και να ετοιμαστεί να κυβερνήσει.
Ο Αβδαλώνυμος πίστευε πως ήταν ένα όνειρο. Τον βοήθησαν να ντυθεί, τον έπλυναν με σεβασμό και τον οδήγησαν στο παλάτι. Εκεί τον περίμενε ο ίδιος ο Αλέξανδρος. Τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και τον ρώτησε πώς άντεξε τόσα χρόνια στη φτώχεια και την απαξίωση. Η απάντηση ήταν απλή: «Αυτά τα χέρια με τάιζαν πάντα. Όποιος δεν έχει τίποτα, δεν του λείπει τίποτα».
Ο Αλέξανδρος εντυπωσιάστηκε από τη γαλήνη, την αυτάρκεια και την αξιοπρέπεια του άντρα. Δεν τον έκανε μόνο βασιλιά της Σιδώνας, αλλά του χάρισε και τις γύρω περιοχές. Ένας ξεχασμένος κηπουρός που έγινε ηγεμόνας, όχι για την καταγωγή του, αλλά για το ήθος και την απλότητά του.
Η ιστορία του Αβδαλώνυμου πέρασε στους αιώνες σαν θρύλος. Όχι γιατί βασίλεψε για δεκαετίες ή γιατί κατέκτησε εδάφη, αλλά γιατί απέδειξε πως ακόμη και σε καιρούς πολέμου και αυτοκρατορικών φιλοδοξιών, μπορεί να ακουστεί η φωνή ενός ανθρώπου που μιλούσε μόνο με τις πράξεις του. Και γιατί κάποτε, μια πόλη βρήκε τον πιο ταπεινό της για να γίνει ο πιο δίκαιος της βασιλιάς.