Μεταπτυχιακά: Μήπως έχουμε περισσότερα απο αυτά που πραγματικά χρειαζόμαστε;
Ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών έχει τριπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, με τα πανεπιστήμια να προσφέρουν σχεδόν 1.500 προγράμματα.
Μέσα σε εννέα χρόνια, τα μεταπτυχιακά προγράμματα στα ελληνικά πανεπιστήμια σχεδόν διπλασιάστηκαν, ενώ ο αριθμός των φοιτητών που τα παρακολουθούν τριπλασιάστηκε. Το 2016 λειτουργούσαν 735 προγράμματα με 56.914 φοιτητές, ενώ το 2024 ο αριθμός αυτός έχει φτάσει τα 1.424 προγράμματα και τους 157.505 φοιτητές.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας και της ΕΛΣΤΑΤ, το 2019 υπήρχαν 877 προγράμματα, το 2022 αυτά έγιναν 1.200 και συνεχίζουν να αυξάνονται. Η έκρηξη αυτή προκαλεί ανησυχία σε πολλούς πανεπιστημιακούς, καθώς, όπως τονίζουν, η ποσοτική διόγκωση δεν συνοδεύεται απαραίτητα από ποιοτική αναβάθμιση.
Η εισαγωγή διδάκτρων στα δημόσια πανεπιστήμια θεωρείται από ορισμένους καθηγητές ως μία από τις βασικές αιτίες για την υπερπαραγωγή προγραμμάτων. Τα δίδακτρα κυμαίνονται από 1.000 έως και 10.000 ευρώ για μεταπτυχιακά, με τις τιμές στα προγράμματα τύπου MBA να φτάνουν έως και τις 25.000 ευρώ, όταν προσφέρονται σε συνεργασία με ιδιωτικά πανεπιστήμια του εξωτερικού.
Ο καθηγητής του ΕΚΠΑ, Χρήστος Κουλούρης, επισημαίνει ότι στην Ελλάδα η συζήτηση για τον αριθμό των μεταπτυχιακών αγγίζει τα όρια υπερβολής και θέτει το ερώτημα αν «παράγουμε περισσότερα διπλώματα από ό,τι μπορούμε να υποστηρίξουμε». Ο ίδιος υπογραμμίζει πως η επάρκεια διδακτικού προσωπικού είναι κρίσιμος παράγοντας, καθώς τα πανεπιστήμια συχνά στηρίζονται σε συμβασιούχους ή μεταδιδακτορικούς.
Ένα άλλο σημείο που θίγεται από ακαδημαϊκούς είναι η εμπορευματοποίηση των σπουδών. Η σύνδεση της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης με την επαγγελματική αποκατάσταση φαίνεται να οδηγεί πολλούς φοιτητές στην επιλογή προγραμμάτων χωρίς ουσιαστικά ακαδημαϊκά κριτήρια. Η αγορά πληρώνει το χαρτί, όχι το περιεχόμενο, λένε χαρακτηριστικά.
Παρά τις ενστάσεις, αρκετά μεταπτυχιακά στην Ελλάδα παραμένουν ανταγωνιστικά διεθνώς, ειδικά σε επιστημονικά αντικείμενα με εξειδικευμένη τεχνογνωσία. Ωστόσο, το ερώτημα για το πόσα προγράμματα είναι αρκετά και ποια είναι πραγματικά απαραίτητα, παραμένει ανοιχτό.