Μέθυσε και με τους φίλους του έσπασαν όλα τα αγάλματα της Αθήνας
Ο Αλκιβιάδης και οι φίλοι του, σε μια νύχτα μέθης, κατηγορήθηκαν πως βεβήλωσαν τα αγάλματα του Ερμή στην Αθήνα.
Η νύχτα ήταν ήρεμη στην Αθήνα, μέχρι που το ξημέρωμα έφερε ένα θέαμα που πάγωσε την πόλη. Οι Ερμαϊκές στήλες, μικρά αγάλματα του θεού Ερμή, που στόλιζαν τις πλατείες και τους δρόμους, είχαν βεβηλωθεί. Κομμένα κεφάλια, πεσμένες μορφές, σπασμένες πέτρες παντού. Το πλήθος μαζεύτηκε έντρομο, ψιθυρίζοντας μεταξύ του για την κακοτυχία που θα έφερνε αυτό το σημάδι των θεών.
Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία. Οι Αθηναίοι δεν έβλεπαν μόνο μια πράξη βανδαλισμού αλλά μια επίθεση στη θρησκεία, στην ίδια την πόλη. Και σχεδόν αμέσως, οι υποψίες έπεσαν πάνω στον Αλκιβιάδη, τον πιο χαρισματικό αλλά και πιο αμφιλεγόμενο άνδρα της εποχής. Ήταν νεαρός, όμορφος, πλούσιος, και μπορούσε να σαγηνεύσει το πλήθος με τα λόγια του. Όμως είχε και εχθρούς. Πολλούς εχθρούς. Και αυτοί δεν άφησαν την ευκαιρία να πάει χαμένη.
Οι φήμες φούντωσαν. Είπαν πως αυτός και η παρέα του, μεθυσμένοι μετά από ένα συμπόσιο, περιφέρονταν στους δρόμους γελώντας και κοροϊδεύοντας τους θεούς, σπάζοντας τα αγάλματα σαν να ήταν παιδικό παιχνίδι. Άλλοι μίλησαν για μυστικές τελετές, για ιεροσυλία, για σχέδιο ανατροπής της δημοκρατίας. Ο Αλκιβιάδης εξοργίστηκε. Ζήτησε δίκη, να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Αλλά οι αντίπαλοί του ήξεραν καλύτερα. Τον άφησαν να αναχωρήσει για τη Σικελική Εκστρατεία και όταν ήταν πλέον μακριά, τον καταδίκασαν ερήμην.
Τότε ξεκίνησε η αληθινή του προδοσία. Αντί να επιστρέψει στην Αθήνα, κατέφυγε στη Σπάρτη, στον εχθρό. Εκεί έγινε σύμβουλος, πρόδωσε τα σχέδια των Αθηναίων, και έδωσε στους Σπαρτιάτες το πλεονέκτημα που χρειάζονταν. Το όνομά του έγινε κατάρα για την πόλη που τον γέννησε. Και όλα ξεκίνησαν από μια νύχτα, μια στιγμή μέθης και αλαζονείας, όπου τα αγάλματα του Ερμή έγιναν θρύψαλα κάτω από τα γέλια των νεαρών ευγενών της Αθήνας.