Ο δάσκαλος δημοτικού που ήθελε να γίνει τερματοφύλακας αλλά έγινε η πιο συγκλονιστική φωνή του 20ού αιώνα
Δεν ήξερε να διαβάζει παρτιτούρες. Ήταν μόνο ένας δάσκαλος δημοτικού. Και όμως, η φωνή του έγινε ο πιο δυνατός ήχος του αιώνα.
Μέσα σε ένα σπίτι δύο δωματίων, με έναν φούρναρη για πατέρα και μια εργάτρια σε εργοστάσιο πούρων για μητέρα, γεννήθηκε ο Λουτσιάνο Παβαρότι. Η οικογένεια δεν είχε τίποτα, ούτε καν χώρο να απλώσει τα όνειρά της. Ήταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, και κάποια στιγμή, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους και να μείνουν όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο, στο αγρόκτημα ενός ξένου. Κι εκεί, στην καρδιά της φτώχειας, ο μικρός Παβαρότι αγάπησε τα χωράφια. Ήθελε να γίνει αγρότης. Ή ποδοσφαιριστής. Δεν ήξερε.
Όταν αποφοίτησε από τη σχολή δασκάλων, άρχισε να διδάσκει σε δημοτικό. Η μητέρα του ήθελε να έχει μια κανονική δουλειά. Εκείνος όμως δεν ένιωθε ότι ήταν η φωνή του το πρόβλημα. Ήταν τα χέρια του. Δεν ήξερε τι να τα κάνει όταν τραγουδούσε. Ούτε καν παρτιτούρες δεν μπορούσε να διαβάσει, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε. Αλλά ήξερε τι ήθελε να πει. Την ψυχή του.
Το 1955, ένα μικρό θαύμα συνέβη: μαζί με τον πατέρα του και τη χορωδία της πόλης του, πήγαν στην Ουαλία και κέρδισαν το πρώτο βραβείο. Ο Παβαρότι το θυμόταν πάντα ως τη «σημαντικότερη στιγμή της ζωής του». Γύρισε στην Ιταλία και άρχισε να δουλεύει σκληρά για να μάθει να τραγουδά. Για επτά ολόκληρα χρόνια έπαιρνε μαθήματα, έκανε ασφαλιστής, δάσκαλος, και έδινε συναυλίες μόνο σε μικρές επαρχιακές πόλεις, χωρίς καν αμοιβή.
Κάποια στιγμή η φωνή του τον πρόδωσε. Οι γιατροί του βρήκαν έναν όζο στις φωνητικές χορδές. Η εμφάνισή του στο Φερράρα ήταν καταστροφική. Αποφάσισε να τα παρατήσει. Και τότε συνέβη κάτι ακατανόητο: ο όζος εξαφανίστηκε. Ο ίδιος πίστευε πως ήταν ψυχοσωματικό. Με τον φόβο της αποτυχίας να φεύγει, έμεινε μόνο η φωνή. Και εκεί ξεκίνησαν όλα.
Τον αποκαλούσαν «Βασιλιά των Ψηλών Ντο». Όταν εμφανίστηκε στην Όπερα της Νέας Υόρκης το 1972 και τραγούδησε εννέα ψηλά ντο στη σειρά, το κοινό σηκώθηκε όρθιο δεκαεπτά φορές. Η φωνή του δεν ήταν μόνο τεχνικά άρτια – ήταν ψυχή. Και αφορούσε τους πάντες, όχι μόνο τους γνώστες της όπερας.
Το 1990, το όνομά του έγινε παγκόσμιο σύμβολο όταν τραγούδησε το Nessun Dorma στον τελικό του Μουντιάλ. Το κομμάτι έγινε σάουντρακ της ίδιας της εποχής του. Έκτοτε τραγουδούσε δίπλα στον Έλτον Τζον, στους U2, στη Μαράια Κάρεϊ, και στο Central Park τον άκουσαν 500.000 άνθρωποι. Δεν ήταν πια ένας τενόρος. Ήταν το ίδιο το φαινόμενο Παβαρότι.
Όταν τραγούδησε για τελευταία φορά στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του Τορίνο το 2006, η φωνή του είχε ήδη προηχογραφηθεί. Ήταν άρρωστος. Το κοινό όμως δεν το ήξερε. Κι εκείνος, αδύναμος πια, βγήκε μπροστά και «προσποιήθηκε» πως τραγουδά. Το κοινό δάκρυσε. Ήταν η πιο δυνατή υπόκλιση στη σκηνή του κόσμου. Λίγους μήνες μετά, πέθανε.
Ο Παβαρότι δεν έγινε ποτέ τερματοφύλακας. Έγινε η φωνή που έσπασε τα σύνορα της όπερας, η φωνή που μπορούσε να ανατινάξει το φως από έναν ναό ή να μαλακώσει τον πόνο ενός λαού σε πόλεμο. Δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει μουσική, αλλά διάβαζε τις ψυχές. Δεν είχε παιδικό δωμάτιο, αλλά του ανήκαν στάδια, θέατρα, ουρανοξύστες. Ένας δάσκαλος από τη Μόντενα που μας έμαθε ότι δεν τραγουδάμε με τις νότες. Τραγουδάμε με τη ζωή μας.