Ο Έλληνας που έδωσε την πρώτη επαγγελματική ευκαιρία στη Μαρία Κάλλας
Η ιστορία του ανθρώπου που πρώτος πίστεψε στη Μαρία Κάλλας και της έδωσε την πρώτη της ευκαιρία, πριν ακόμα γίνει η απόλυτη ντίβα της όπερας.
Ήταν μόλις 16 χρονών όταν η Μαρία Κάλλας ανέβηκε πρώτη φορά σε επαγγελματική σκηνή. Δεν είχε ακόμα χτίσει τη φήμη της, ούτε είχε μαγέψει τα παγκόσμια θέατρα. Ήταν μια άγνωστη κοπέλα, με μια ασυνήθιστη φωνή και μια καθηλωτική παρουσία. Και κάποιος την πίστεψε. Ο Κωστής Μπαστιάς. Ένας άνθρωπος που έγραψε τη δική του παράλληλη όπερα, όχι στη σκηνή αλλά στα παρασκήνια του ελληνικού πολιτισμού.
Ο Μπαστιάς είχε ήδη μια φήμη. Είχε τοποθετηθεί γενικός διευθυντής του Βασιλικού Θεάτρου το 1936 από τον ίδιο τον Μεταξά. Η θέση ήταν πολιτική, αλλά ο ίδιος την είδε σαν αποστολή. Ήθελε το ελληνικό θέατρο να γίνει παγκόσμιο, όχι απλώς κρατικό. Να μιλάει στο λαό αλλά και να του μαθαίνει την υψηλή τέχνη. Με αυτό το όραμα, ξεκίνησε ένα δεύτερο εγχείρημα: την ίδρυση μιας Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Το 1939, ενώ ο κόσμος ετοιμαζόταν για πόλεμο, ο Μπαστιάς ίδρυσε τη Λυρική Σκηνή ως τμήμα του Βασιλικού Θεάτρου. Ήθελε να δημιουργήσει ένα φυτώριο όπερας στην Ελλάδα, να βγουν από εκεί οι επόμενοι μεγάλοι. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ανακάλυψε τη μικρή Σοφία Καλογεροπούλου — όπως λεγόταν τότε η Κάλλας. Την κάλεσε για οντισιόν. Είδε κάτι σπάνιο. Κι αποφάσισε να το ρισκάρει.
Το 1940, λίγο πριν ξεσπάσει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, η Κάλλας έκανε το ντεμπούτο της στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Δεν ήταν το μεγαλύτερο θέατρο του κόσμου. Ήταν όμως το πρώτο της βήμα. Και το στήριγμα της ήταν ένας άνθρωπος που ήξερε πότε να εμπιστευτεί το ένστικτο αντί για τα βιογραφικά.
Στην Κατοχή, η Λυρική πέρασε δυσκολίες. Ο Μπαστιάς απομακρύνθηκε, συνελήφθη για αντιναζιστική προπαγάνδα και η Κάλλας έφυγε για τη Νέα Υόρκη. Όμως το σπόρο τον είχε φυτέψει. Ο Έλληνας αυτός, που υπήρξε σκηνοθέτης, οραματιστής και διοικητικός ηγέτης, είχε ανοίξει τον πρώτο επαγγελματικό δρόμο της γυναίκας που θα γινόταν θρύλος.
Ο ίδιος δεν συνήθιζε να μιλά γι’ αυτό. Δεν ήταν του τύπου που πουλούσε επιτυχίες τρίτων. Ήξερε όμως. Κι αυτό του αρκούσε. Ήταν από εκείνους τους αφανείς ανθρώπους που δεν ανεβαίνουν ποτέ στη σκηνή, αλλά κρατούν τα φώτα αναμμένα.