Ο λόγος που πάρα πολλές Γερμανίδες έμειναν ανύπαντρες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν οι νεκροί
Ο λόγος που πάρα πολλές Γερμανίδες έμειναν ανύπαντρες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν οι νεκροί.
Το 1945, η Γερμανία ήταν μια χώρα γεμάτη ερείπια. Ανάμεσά τους κυκλοφορούσαν γυναίκες κάθε ηλικίας, μα κυρίως νέες, που ζούσαν με ένα άδειο βλέμμα: δεν περίμεναν πια να γυρίσει κανείς. Ο πόλεμος είχε τελειώσει, αλλά για εκείνες μόλις ξεκινούσε το βουβό τίμημα του. Εκατομμύρια άντρες δεν γύρισαν ποτέ. Και όσοι γύρισαν, δεν ήταν πάντα έτοιμοι να αγαπήσουν.
Οι αριθμοί δεν λένε ψέματα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’40, για κάθε 100 γυναίκες ηλικίας γάμου υπήρχαν μόνο περίπου 60 άντρες διαθέσιμοι. Πολλοί είχαν πεθάνει στο Ανατολικό Μέτωπο, άλλοι κρατούνταν ακόμη αιχμάλωτοι στη Σοβιετική Ένωση, και αρκετοί είχαν τραυματιστεί τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να παντρευτούν. Οι περισσότερες από τις γυναίκες αυτές έμειναν ανύπαντρες. Όχι από επιλογή. Από απουσία.
Στις μεγάλες πόλεις, η εικόνα ήταν εμφανής. Στις αίθουσες χορού, στα γραφεία, στις αγορές, υπήρχαν πάντα περισσότερες γυναίκες από άντρες. Όλες τους ήξεραν πως η πιθανότητα να φτιάξουν οικογένεια είχε μικρύνει μαζί με το έθνος. Πολλές στράφηκαν σε ξένους στρατιώτες που είχαν παραμείνει στη Γερμανία: Αμερικανούς, Βρετανούς, Γάλλους. Δεν ήταν πάντα έρωτας. Ήταν ανάγκη, μοναξιά, επιβίωση.
Αλλά δεν ήταν μόνο οι αριθμοί. Ήταν και οι πληγές. Ο πόλεμος άλλαξε τον τρόπο που οι γυναίκες έβλεπαν τη ζωή. Είχαν μάθει να ζουν μόνες, να δουλεύουν, να στηρίζουν οικογένειες χωρίς άντρα. Πολλές φοβήθηκαν να ξαναδεθούν. Άλλες, απλώς δεν βρήκαν ποτέ κάποιον να τις δει.
Η κοινωνία δεν μιλούσε γι’ αυτό. Οι εφημερίδες μιλούσαν για ανοικοδόμηση. Μα στα σπίτια, σε κάθε φωτογραφία που έλειπε ένας γαμπρός, υπήρχε και μια σιωπηλή απουσία. Ο γάμος δεν ήταν πια αυτονόητο μέλλον. Ήταν προνόμιο όσων γύρισαν.
Κι όμως, η ζωή προχώρησε. Παιδιά γεννήθηκαν. Οικογένειες ξαναφτιάχτηκαν. Αλλά μια γενιά γυναικών στη Γερμανία κουβάλησε μέχρι τέλους το βάρος μιας απουσίας που δεν επέλεξαν. Και η Ιστορία τις θυμάται όχι ως χήρες. Αλλά ως εκείνες που δεν πρόλαβαν καν να αγαπηθούν.