Ο μόνος μνηστήρας που ο Οδυσσέας του ζήτησε να φύγει για να σωθεί. Δεν έφυγε όμως
Ο Οδυσσέας τον ξεχώρισε ανάμεσα σε 108 μνηστήρες. Του είπε να φύγει. Αλλά ο Αμφίνομος έμεινε. Και πέθανε, όχι από τον Οδυσσέα — αλλά από τον γιο του.
Όταν ο Οδυσσέας γύρισε στην Ιθάκη, δεν γύρισε για να συγχωρήσει. Γύρισε για να τιμωρήσει. Μετά από είκοσι χρόνια θάλασσας, πολέμου, ύβρεων και ταπεινώσεων, το σπίτι του ήταν γεμάτο ξένους που έτρωγαν το φαΐ του, διεκδικούσαν τη γυναίκα του και κορόιδευαν τον ίδιο του τον γιο. Τους σκότωσε όλους. Όλους εκτός από έναν. Ή μάλλον, όχι ακριβώς. Έναν προσπάθησε να τον σώσει.
Ο Αμφίνομος, γιος του Νίσου, ήταν διαφορετικός. Δεν ήταν αλαζόνας. Δεν έβριζε τον Τηλέμαχο. Δεν κορόιδευε τον ζητιάνο που καθόταν στην αυλή. Δεν έριξε σκαμνί, ούτε ζήτησε να σφαχτεί κανείς. Όταν οι άλλοι σχεδίαζαν να δολοφονήσουν τον Τηλέμαχο κατά την επιστροφή του στην Ιθάκη, ο Αμφίνομος στάθηκε αντίθετος. Ήταν από τους λίγους που είχαν ακόμη μέσα τους κάτι από φιλοξενία, σεβασμό, ίσως και ενοχή.
Ο Οδυσσέας, μεταμφιεσμένος ακόμη ως ζητιάνος, το είδε αυτό. Και του μίλησε. Του είπε να φύγει. Να σηκωθεί και να πάει πίσω στην πατρίδα του, γιατί δεν θα γλίτωνε κανείς όταν θα άρχιζε το αίμα να τρέχει. Ο Οδυσσέας, που δεν χαριζόταν ούτε σε υπηρέτες ούτε σε μάντεις, του πρότεινε να σωθεί. Τον διάλεξε. Όχι ως φίλο. Ως άνθρωπο που θα μπορούσε να μην πεθάνει.
Αλλά ο Αμφίνομος δεν έφυγε. Κάτι τον κράτησε. Ίσως η αίσθηση του χρέους, ίσως ο φόβος να φανεί προδότης στους άλλους, ίσως απλώς η τύχη του. Έμεινε εκεί. Και όταν η πόρτα έκλεισε και τα βέλη άρχισαν να πέφτουν, βρέθηκε απέναντι στον Τηλέμαχο. Κι αυτός τον σκότωσε. Όχι ο Οδυσσέας. Ο γιος του.
Ο Αμφίνομος είναι ο μόνος μνηστήρας στην Οδύσσεια που έλαβε προειδοποίηση από τον ίδιο τον Οδυσσέα. Είναι η μόνη στιγμή που ο βασιλιάς της Ιθάκης δεν ενεργεί με εκδίκηση, αλλά με κρίση και έλεος. Και όμως, η μοίρα του δεν άλλαξε. Η Οδύσσεια είναι ένα έπος όπου δεν επιβιώνει κανείς που μπήκε στο παλάτι χωρίς να ανήκει σε αυτό.
Κι ίσως εκεί κρύβεται η μεγαλύτερη τραγωδία του Αμφίνομου. Δεν πέθανε επειδή ήταν κακός. Πέθανε επειδή έκανε παρέα με κακούς. Κι εκείνη την εποχή, όταν η Δίκη γύριζε πίσω, δεν ξεχώριζε έναν έναν. Χτυπούσε όποιον βρισκόταν μέσα.