Ο πόλεμος που ξέσπασε για τις κουτσουλιές νυχτερίδων. Eφτασαν να βομβαρδίζουν λιμάνια
Έγινε πόλεμος για κουτσουλιές. Και έφτασαν να βομβαρδίζουν λιμάνια.
Ήταν οι πιο απίθανες νησίδες του Ειρηνικού. Οι Νήσοι Τσιντσά, ένα άγονο σύμπλεγμα ανοικτά του Περού, είχαν ύψους δεκάδων μέτρων στρώσεις από γκουανό: αποξηραμένα περιττώματα νυχτερίδων και πτηνών. Δεν ήταν απλώς λίπασμα. Ήταν χρυσός σε σκόνη. Η Ευρώπη το ήθελε, η Αμερική το λάτρευε, και η Ισπανία ήταν έτοιμη να χύσει αίμα για να το αποκτήσει.
Το 1864, η Ισπανία έστειλε πολεμικά πλοία και κατέλαβε τα νησιά, υποτίθεται για να διευθετήσει ένα χρέος με έναν Ισπανό υπήκοο. Στην πραγματικότητα, ήθελε τα δικαιώματα εξόρυξης. Το γκουανό περιείχε τα νιτρικά άλατα που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή πυρίτιδας, και το απόθεμα στα Τσιντσά ήταν ασύλληπτο. Ήταν η ενεργειακή βόμβα του 19ου αιώνα.
Το Περού, προσβεβλημένο και απειλούμενο, αντέδρασε. Έσπευσε να υπογράψει συμμαχία με τη Χιλή, ενώ αργότερα ακολούθησαν η Βολιβία και το Εκουαδόρ. Ο πόλεμος γενικεύτηκε, όχι για εδάφη ούτε για ιδεολογίες, αλλά για σωρούς από κουτσουλιές. Το Περουβιανό Πολεμικό Ναυτικό ξεκίνησε επιθέσεις κατά των Ισπανών, και η Χιλή μπήκε δυναμικά στο παιχνίδι.
Το αποκορύφωμα ήρθε τον Μάιο του 1866. Το ισπανικό ναυτικό, σε μια επίδειξη ισχύος και εκδίκησης, βομβάρδισε ανελέητα το λιμάνι του Καλάο. Ήταν μια σκηνή καταστροφής και καπνού για κάτι που προερχόταν από… νυχτερίδες. Οι ζημιές ήταν τεράστιες, αλλά η Ισπανία δεν κατάφερε να επανακτήσει ερείσματα στη Λατινική Αμερική.
Το γκουανό τελικά εξαντλήθηκε. Η Ευρώπη στράφηκε σε άλλες πηγές και τεχνητά λιπάσματα. Ο πόλεμος ξεχάστηκε. Μα για μια εποχή, ο κόσμος ανατινάχτηκε για τα περιττώματα του πιο ταπεινού πλάσματος του ουρανού.