Ο Τούρκος που σφαγιάστηκε από άλλον Τούρκο για τρεις Ελληνίδες
Το 1821 στο Ρέθυμνο, ένας Τούρκος σφαγιάστηκε από άλλον Τούρκο για τρεις Ελληνίδες
Το 1821, στο Ρέθυμνο της Κρήτης, η φλόγα της Επανάστασης είχε αρχίσει να σιγοκαίει, κρυφά και απειλητικά. Ανάμεσα στις στενές ενετικές στοές και τα οθωμανικά χαρέμια, η συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων είχε μετατραπεί σε εύφλεκτο μείγμα. Κάθε βλέμμα ήταν καχυποψία. Κάθε ψίθυρος, απειλή. Και σε αυτό το φόντο, μια αδιανόητη ιστορία ζήλιας, επιθυμίας και τιμής θα γινόταν η σπίθα για μια μικρή προσωπική τραγωδία — με τον πιο απρόβλεπτο δράστη και τα πιο απροσδόκητα θύματα.
Ο Αλής μπέης ήταν ένας Τούρκος αξιωματικός των Οθωμανών στο Ρέθυμνο. Δεν ήταν βάρβαρος, μα ούτε και ευγενικός. Ήταν σκληρός, όπως τον ήθελαν οι καιροί. Κάποτε του παραδόθηκαν τρεις Ελληνίδες —σύμφωνα με τις μαρτυρίες, αδελφές ή συγχωριανές— και αποφάσισε να τις κρατήσει για το χαρέμι του. Δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο εκείνα τα χρόνια. Η οθωμανική διοίκηση ανεχόταν τη “διατήρηση” γυναικών υπό καθεστώς “προστασίας” από ανώτερους αξιωματούχους, ιδίως σε περιοχές όπου ο ελληνικός πληθυσμός ήταν υπό διαρκή καταστολή.
Αλλά οι τρεις αυτές γυναίκες δεν ήταν μόνο αντικείμενα επιθυμίας. Ήταν σύμβολα. Και για κάποιον άλλον Τούρκο, ανώνυμο στα περισσότερα χρονικά, ήταν και αφορμή για αίμα. Η ιστορία διασώζεται από κρητικά χρονικά της Επανάστασης και λέει πως ένας άλλος Οθωμανός, σε κατάσταση αχαλίνωτης ζήλιας ή τιμής, εισέβαλε στο σπίτι του Αλή μπέη. Κάποιοι λένε πως ήταν φίλος του. Άλλοι πως ήταν αντίζηλος, που τις ήθελε για τον εαυτό του. Τον έσφαξε με μαχαίρι, εκεί μπροστά στις γυναίκες, και ύστερα εξαφανίστηκε. Δεν πρόλαβε να τις πάρει μαζί του.
Η τουρκική διοίκηση εξαγριώθηκε. Όχι για τον φόνο — αυτά συνέβαιναν. Αλλά γιατί διαταράχθηκε η εικόνα της εξουσίας σε ένα κρίσιμο σημείο. Οι τρεις γυναίκες τέθηκαν υπό “δικαστική επιτήρηση”, κλείστηκαν προσωρινά σε φυλακή και στη συνέχεια, όταν έφτασε η φήμη της σφαγής στα Σφακιά, οργανώθηκε αιφνιδιαστική επιχείρηση απελευθέρωσής τους.
Λέγεται πως έλληνες μαχητές, μεταμφιεσμένοι, κατάφεραν να τις βγάλουν μέσα από το Ρέθυμνο και να τις οδηγήσουν στα βουνά. Εκείνες κατέληξαν σε μονές, υπό την προστασία ιερωμένων, όπου και έζησαν μέχρι τα γεράματά τους, χωρίς ποτέ να αποκαλύψουν τι πραγματικά συνέβη εκείνη τη νύχτα — ποιος από τους δύο Τούρκους τις είχε “αρπάξει” πρώτος, και ποιον πραγματικά φοβόντουσαν.
Η ιστορία δεν υπάρχει στα σχολικά βιβλία. Δεν διδάσκεται στις αίθουσες. Είναι μία από τις δεκάδες μικρές ιστορίες βίας, απώλειας και επιθυμίας που συνέθεσαν το μεγάλο παζλ του 1821 στην Κρήτη — ένα νησί που δεν εξεγέρθηκε ποτέ ενιαία, αλλά βρέθηκε διαρκώς στη δίνη προσωπικών και τοπικών εξεγέρσεων.