Όταν ξεκίνησαν οι φωτογραφίες, ξέθαβαν τους νεκρούς για να τους θυμούνται
Όταν η φωτογραφία ήταν ακριβή και ο θάνατος καθημερινός, μερικοί προτιμούσαν να ξεθάψουν τους νεκρούς για να τους θυμούνται
Στα μέσα του 19ου αιώνα, η φωτογραφία ήταν μια νέα, ακριβή και σχεδόν μαγική ανακάλυψη. Ελάχιστοι είχαν πρόσβαση, και σχεδόν κανείς δεν είχε φωτογραφία του εαυτού του. Ο θάνατος, όμως, ερχόταν καθημερινά. Παιδιά πέθαιναν σε βρεφική ηλικία. Μανάδες πέθαιναν στη γέννα. Άντρες πέθαιναν στη δουλειά, από αρρώστιες, από πυρετό. Κι όταν πέθαινε κάποιος που δεν είχε προλάβει να φωτογραφηθεί, έμενε για πάντα άγνωστος.
Κάποιες οικογένειες δεν άντεχαν την ιδέα. Δεν ήθελαν να έχουν μόνο μια ανάμνηση. Ήθελαν πρόσωπο, χέρια, βλέμμα. Και σε κάποιες από αυτές, η απάντηση ήταν μία: εκταφή. Έσκαβαν τον φρέσκο τάφο, τραβούσαν πίσω το σάβανο, καθάριζαν απαλά το πρόσωπο και έφερναν τον φωτογράφο. Ο νεκρός τοποθετούνταν καθιστός, συχνά δεμένος με σύρμα ή κρατημένος από ειδικά στηρίγματα. Τα μάτια του μπορεί να ζωγραφίζονταν ή να αφήνονταν μισόκλειστα. Ο σκοπός ήταν απλός: να υπάρχει έστω μία εικόνα, έστω και μετά θάνατον.
Δεν ήταν μακάβριο για εκείνους. Ήταν πράξη αγάπης. Η μοναδική φωτογραφία του παιδιού, του συζύγου, της μητέρας, τραβιόταν συχνά ημέρες ή και εβδομάδες μετά τον θάνατο. Σε περιπτώσεις όπου ο εκλιπών είχε πεθάνει μακριά από το σπίτι, η σορός ταξίδευε με τρένο, και όταν έφτανε, έμπαινε στο στούντιο πριν καν γίνει η κηδεία. Σε ακραία παραδείγματα, η εκταφή γινόταν από συγγενείς μήνες μετά, με στόχο μία και μόνο εικόνα.
Η post-mortem φωτογραφία δεν περιοριζόταν μόνο στους νεκρούς. Σε πολλές λήψεις, οι ζωντανοί στέκονταν δίπλα τους, αγκαλιάζοντάς τους, κρατώντας το άψυχο χέρι τους, κοιτώντας την κάμερα με απόλυτη σοβαρότητα. Ήταν η τελευταία οικογενειακή φωτογραφία. Έπρεπε να είναι τέλεια. Τα στούντιο εκείνης της εποχής είχαν ειδικά σκηνικά για νεκρούς: πολυθρόνες, κουρτίνες, σκιές. Ακόμα και βάθρα για να δίνουν ύψος στο σώμα. Πολλές φορές, ο νεκρός έμοιαζε τόσο ζωντανός που η φωτογραφία κυκλοφορούσε ως «πορτραίτο» χωρίς να ειπωθεί ποτέ η αλήθεια.
Στη Βρετανία, στη Γαλλία και στις ΗΠΑ, η πρακτική ήταν τόσο διαδεδομένη που υπήρχαν ολόκληρα άλμπουμ μόνο με φωτογραφίες νεκρών. Οικογένειες τις στόλιζαν, τις κορνίζωναν, τις τοποθετούσαν στο σαλόνι. Οι πιο πλούσιοι ζητούσαν καλλιτεχνική επιμέλεια: λουλούδια, ειδικό φωτισμό, φωτομοντάζ με σύννεφα, ακόμα και ρετούς στα μάτια. Για τα παιδιά, οι φωτογραφίες γίνονταν ακόμα πιο οδυνηρές: με παιχνίδια, κουβέρτες, ζώα, αρκουδάκια. Σαν να κοιμούνται. Μα δεν κοιμόντουσαν.
Η πιο σκοτεινή πτυχή, όμως, ήταν όταν δεν υπήρχε φωτογράφος τη μέρα του θανάτου. Ο νεκρός είχε ήδη ταφεί. Και τότε, κάποιες οικογένειες έπαιρναν την απόφαση: να τον ξεθάψουν. Υπάρχουν επιβεβαιωμένα περιστατικά από ΗΠΑ, Μεξικό και Αγγλία, όπου η εκταφή γινόταν ειδικά και μόνο για φωτογράφιση. Μερικές φορές, για μωρά που δεν είχαν δει ποτέ τη ζωή. Άλλες, για ηλικιωμένους που δεν είχαν καμία φωτογραφία. Ο θάνατος, έτσι, γινόταν αφορμή για την πρώτη και μοναδική απεικόνιση του προσώπου.
Όλα αυτά δεν ήταν παράνοια, ούτε τρέλα. Ήταν η εποχή. Ήταν η ανάγκη. Ήταν η πίστη πως η φωτογραφία κρατάει κάτι από την ψυχή. Γι’ αυτό, οι άνθρωποι την αναζητούσαν ακόμη κι αν έπρεπε να ανοίξουν τάφους. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως για λίγα λεπτά, ο θάνατος έπρεπε να σηκωθεί και να σταθεί ακίνητος, μπροστά από έναν φακό, που έκλεβε φως από το σκοτάδι.