Παρίστανε τον τυφλό στην Αθήνα για να επαιτεί και έλαβε μέρος σε αγώνες δρόμου
Δεν ήταν διεθνείς. Δεν ήταν τέλειοι. Ήταν όμως οι πρώτοι. Και σε αυτούς έτρεξε ένας αστυνομικός, ένας εργάτης και ένας «τυφλός» ζητιάνος που ξαφνικά είδε το φως του.
Στην Ομόνοια του 1859, πριν γίνει κόμβος λεωφορείων και σκόνης, είχε στήσει ολόκληρη χώρα το βλέμμα της. Ήταν η πρώτη απόπειρα αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων στη σύγχρονη εποχή. Χωρίς διεθνείς επιτροπές, χωρίς φανταχτερές τελετές, χωρίς παγκόσμια τηλεθέαση. Ήταν αγώνες ελληνικοί, με αθλητές από κάθε τάξη. Και ξαφνικά, ανάμεσα στους δρομείς, εμφανίστηκε ένας γνωστός ζητιάνος που παρουσιαζόταν για χρόνια ως τυφλός. Την ώρα των αγώνων, «βρήκε το φως του». Κανείς δεν τον σταμάτησε. Έτρεξε.
Οι πρώτοι Ολύμπιοι αγώνες στην Αθήνα δεν έγιναν στο Στάδιο αλλά στην πλατεία Λουδοβίκου – τη σημερινή Ομόνοια. Ο Ζάππας είχε προσφέρει όλη του την περιουσία για την αναβίωση του αρχαίου θεσμού, αλλά οι αρχές τον είχαν υποτιμήσει. Ήθελαν βιομηχανικές εκθέσεις, όχι αθλητικά θεάματα. Τελικά ο τύπος πίεσε, ο λαός ενθουσιάστηκε, και το 1859 έλαβαν χώρα οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες της νεότερης εποχής. Ήταν περισσότερο λαϊκή γιορτή, παρά θεσμική διοργάνωση.
Οι αγώνες ήταν ανοιχτοί για όλους. Αγρότες, εργάτες, στρατιώτες, καθημερινοί άνθρωποι, ακόμα και αστυνομικοί. Ένας φύλακας εγκατέλειψε τη θέση του για να αγωνιστεί. Δεν υπήρχαν έλεγχοι, ούτε πιστοποιήσεις. Οποιοσδήποτε δήλωνε συμμετοχή μπορούσε να τρέξει. Ήταν η εποχή της εμπιστοσύνης – ή της αφέλειας. Μέσα σε αυτό το κλίμα, μπήκε στο γήπεδο κι ένας γνωστός «τυφλός» ζητιάνος. Κανείς δεν περίμενε ότι θα τον δει να στέκεται στην αφετηρία με άλλους δρομείς.
Σύμφωνα με τον Τύπο, η στιγμή ήταν σουρεαλιστική. Ένας άντρας που υποτίθεται πως δεν έβλεπε το φως του ήλιου, τώρα έτρεχε κάτω απ’ αυτόν. Δεν ήταν θαύμα. Ήταν ξεμπρόστιασμα. Το πλήθος χειροκρότησε, κάποιοι γέλασαν, άλλοι σάστισαν. Η σκηνή πέρασε στην ιστορία σαν χαρακτηριστικό στιγμιότυπο των «λαϊκών» Ολυμπίων. Ένα στιγμιότυπο που σήμερα θα ήταν viral.
Οι νικητές ήταν απλοί Έλληνες από κάθε γωνιά του ελληνισμού: από τον Ασπροπόταμο και το Άργος, μέχρι τις Σέρρες και τη Σμύρνη. Ανάμεσά τους ο Πέτρος Βελισάριος, που κέρδισε τον «δρόμο αντοχής» των 1354 μέτρων. Ο Κ. Χρήστου από το Άργος θριάμβευσε σε τρία διαφορετικά αγωνίσματα. Ήταν εποχές που το όνειρο του Ολυμπισμού δεν είχε ακόμα τυποποιηθεί· ήταν περισσότερο εθνικό όραμα παρά παγκόσμιο γεγονός.
Δέκα χρόνια αργότερα, το 1870, ο θρίαμβος ήταν ακόμη μεγαλύτερος. Τα Ολύμπια έγιναν στο πλήρως ανακαινισμένο Καλλιμάρμαρο Στάδιο, με 25.000 θεατές, ορχήστρα, επίσημες στολές, και χρηματικά έπαθλα. Οι κριτές ήταν καθηγητές πανεπιστημίου. Η οργάνωση υποδειγματική. Αλλά το πνεύμα του 1859 – με τους τυφλούς που έβλεπαν και τους φύλακες που έτρεχαν – έμεινε ανεξίτηλο. Ήταν το πνεύμα της λαϊκής συμμετοχής.
Το 1875, οι αγώνες πέρασαν σε άλλη φάση. Αποκλείστηκαν εργάτες και αγρότες. Μόνο φοιτητές πανεπιστημίου είχαν δικαίωμα συμμετοχής. Οι διοργανωτές πίστευαν πως το Ολυμπιακό ιδεώδες έπρεπε να το υπηρετούν οι «μορφωμένοι». Το αποτέλεσμα ήταν η λαϊκή αποδοκιμασία και η παραίτηση του διοργανωτή Φωκιανού. Η σκιά του 1859 επέστρεφε σαν υπενθύμιση ότι οι Ολυμπιακοί γεννήθηκαν με άρωμα πλατείας, όχι κλειστών κύκλων.
Το 1888, τα Ολύμπια έγιναν ξανά, για τελευταία φορά πριν τους Διεθνείς Αγώνες του 1896. Το Ζάππειο είχε μόλις χτιστεί, το όραμα του Ζάππα έπαιρνε πέτρα και μάρμαρο. Αλλά η εποχή είχε αλλάξει. Η Ελλάδα προετοιμαζόταν για παγκόσμιο κοινό. Όμως οι πρώτοι Ολυμπιονίκες –όχι οι παγκόσμιοι, οι εθνικοί– είχαν ήδη γράψει ιστορία. Μαζί τους κι ένας τυφλός που τελικά δεν ήταν. Ένας ζητιάνος που έτρεξε, κι ένας λαός που πίστεψε πως όλα μπορούν να ξεκινήσουν ξανά από την αρχή.