Πούλησε την κόρη του για να αγοράσει φαγητό. Και μετά πείναγε πιο πολύ
Ήταν βασιλιάς και πείνασε μέχρι θανάτου. Πούλησε ακόμα και την κόρη του. Κι όμως, πεινούσε πιο πολύ.
Ήταν βασιλιάς. Είχε στρατό, υπηκόους, τραπέζια γεμάτα. Και ήθελε κάτι ακόμα. Να χτίσει μια αίθουσα συμποσίων, ένα παλάτι για να γιορτάζει την αφθονία του. Αλλά διάλεξε λάθος δέντρα. Το ιερό άλσος της Δήμητρας.
Ονομαζόταν Ερυσίχθων, γιος του Τριόπα, βασιλιά της Θεσσαλίας. Μπήκε στο άλσος της θεάς της γεωργίας, εκεί που τα δέντρα δεν άγγιζε κανείς. Και άρχισε να κόβει. Όταν η ιέρεια της Δήμητρας, η Νικήππη, του είπε να σταματήσει, εκείνος απείλησε ότι θα την κόψει στα δύο. Και τελείωσε τη δουλειά με τα ίδια του τα χέρια.
Η θεά δεν τον χτύπησε με κεραυνό. Δεν του πήρε το θρόνο. Τον καταράστηκε να πεινάει για πάντα. Όσο κι αν έτρωγε, να μην χορταίνει. Και έτσι έγινε.
Στην αρχή έφαγε τα πάντα που είχε στην κουζίνα. Μετά τις αποθήκες, μετά τα κοπάδια. Εκατό βόδια για ένα γεύμα. Σαράντα πρόβατα. Σαράντα. Για πρωινό. Η πείνα τον έτρωγε πιο γρήγορα απ’ ό,τι έτρωγε εκείνος τα ζώα του.
Μετά άρχισε να τρώει όλα τα ζωντανά. Τα άλογα. Τα μουλάρια. Τα πουλερικά. Έφαγε ακόμα και την αγελάδα που η μητέρα του τάιζε για τη θεά Εστία. Και δεν σταματούσε.
Όταν πια δεν είχε τίποτα άλλο, πούλησε την κόρη του, τη Μεστρα, για να μπορέσει να αγοράσει κάτι ακόμα να φάει. Η Μεστρα όμως είχε μια θεϊκή χάρη: μπορούσε να αλλάζει μορφή, δώρο του Ποσειδώνα. Έτσι, όταν την πουλούσε, εκείνη ξέφευγε. Και ο πατέρας της την ξαναπουλούσε. Ξανά και ξανά. Μόνο και μόνο για λίγο ψωμί ακόμα.
Η πείνα συνέχιζε. Δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Ούτε να σταθεί. Το σώμα του αδυνάτιζε, αλλά η πείνα δυνάμωνε. Στο τέλος, σύμφωνα με μεταγενέστερες παραδόσεις, άρχισε να τρώει τον ίδιο του τον εαυτό. Έκοβε τις σάρκες του. Και συνέχιζε να πεινάει.
Ο μύθος του Ερυσίχθονα δεν είναι απλώς προειδοποίηση. Είναι κραυγή. Για την ύβρη απέναντι στη φύση, για την κατάρα της απληστίας, για την ώρα που το ανθρώπινο στόμα δεν σταματά, ακόμα και όταν καταστρέφει το ίδιο του το σπίτι.