Πόζαρε κατά λάθος στη μηχανή της γυναίκας που σκότωσε
Ποζάρισε τυχαία στη φωτογραφική μηχανή της γυναίκας που θα σκότωνε. Ο Weidmann έμεινε στην ιστορία όχι μόνο ως κατά συρροήν δολοφόνος, αλλά και ως ο τελευταίος άνθρωπος που εκτελέστηκε δημόσια στη Γαλλία.
Στις 17 Ιουνίου 1939, ένα πλήθος μαζεύτηκε στην αυλή των φυλακών Saint-Pierre στη Βερσαλλία. Δεν ήταν κάποια εθνική επέτειος. Δεν είχε φεστιβάλ. Ήταν εκεί για να δουν έναν άνθρωπο να χάνει το κεφάλι του. Κυριολεκτικά. Ο Γερμανός Ευγένιος Βάιντμαν (Eugen Weidmann) ήταν κατά συρροήν δολοφόνος, υπεύθυνος για φόνους που είχαν αναστατώσει Γαλλία και Γερμανία. Ανάμεσα στα θύματά του, μια ανερχόμενη Αμερικανίδα ηθοποιός που, άθελά της, τον είχε φωτογραφίσει λίγο πριν την τελευταία της ανάσα.
Η Jean De Koven είχε έρθει στο Παρίσι για να δοκιμάσει την τύχη της στην Ευρώπη. Είχε μαζί της μια κάμερα, από αυτές με το φιλμ, και λάτρευε να τραβάει φωτογραφίες από τα ταξίδια της. Ένα από τα πρόσωπα που κατέγραψε ήταν εκείνο που θα της έκοβε τη ζωή. Ο Weidmann την έπεισε να τον ακολουθήσει, τη στραγγάλισε και άρπαξε ό,τι είχε. Όταν το φιλμ εμφανίστηκε αργότερα, φάνηκε καθαρά: ο δολοφόνος της είχε χαμογελάσει στην κάμερά της.
Ο Weidmann δεν ήταν απλώς ένας δολοφόνος. Ήταν παθολογικά γοητευτικός, με την ψυχρή ψευδοευγένεια του σκληρού εγκληματία που ξέρει να πείθει. Είχε σκοτώσει επιχειρηματίες, τουρίστες, ακόμα και έναν οδηγό ταξί. Τα θύματα είχαν κοινό παρονομαστή: λεφτά. Το κίνητρό του δεν ήταν μανία. Ήταν πλεονεξία και αδιαφορία για τη ζωή των άλλων.
Η αστυνομία τον συνέλαβε όταν, κατά τη διάρκεια μιας ανταλλαγής πυροβολισμών, ένας αστυνομικός τον χτύπησε με σφυρί στο κεφάλι. Η δίκη του είχε χαρακτήρα θεάματος. Οι εφημερίδες τού έδιναν παρατσούκλια, οι φωτογραφίες του κυκλοφορούσαν παντού και ο κόσμος συζητούσε τα εγκλήματά του σαν να ήταν επεισόδιο από σειρά.
Η απόφαση ήταν καθαρή. Θάνατος. Όχι απλώς εκτέλεση — δημόσια εκτέλεση. Με γκιλοτίνα. Οι αρχές πίστευαν πως έτσι θα έστελναν μήνυμα. Δεν είχαν ιδέα τι θα ακολουθούσε.
Το πρωινό της εκτέλεσης, πλήθος κόσμου είχε κατακλύσει την περιοχή. Οι πιο κοντινοί έσπρωχναν για να δουν καλύτερα. Οι πιο μακρινοί είχαν ανέβει σε δέντρα. Υπήρχαν παιδιά, γυναίκες, δημοσιογράφοι, και ανάμεσά τους ένας νεαρός Βρετανός που είχε έρθει στη Γαλλία για διακοπές: ο μελλοντικός ηθοποιός Κρίστοφερ Λι, που αργότερα θα έλεγε ότι ήταν παρών σε αυτό το φρικιαστικό θέαμα.
Όταν η λεπίδα έπεσε, το πλήθος δεν έμεινε σιωπηλό. Ούτε συγκλονισμένο. Ξέσπασε σε ζητωκραυγές, ουρλιαχτά, χειροκροτήματα. Μερικοί γέλαγαν. Άλλοι λιποθυμούσαν. Κάποιοι τραβούσαν φωτογραφίες. Το κράτος έμεινε εμβρόντητο. Ήθελαν να τρομοκρατήσουν. Αντί γι’ αυτό, έδωσαν στον όχλο θέαμα.
Η γαλλική κυβέρνηση ανακοίνωσε λίγες μέρες μετά πως δεν θα γινόταν ποτέ ξανά δημόσια εκτέλεση στη χώρα. Έτσι, ο Weidmann έμεινε στην ιστορία ως ο τελευταίος άνθρωπος που αποκεφαλίστηκε μπροστά σε κοινό στη Γαλλία. Όχι μόνο επειδή είχε σκοτώσει, αλλά και γιατί πόζαρε — κατά λάθος — στο φιλμ του θύματός του.
Το φιλμ της De Koven υπάρχει. Η φωτογραφία του δολοφόνου της τραβηγμένη από το ίδιο της το χέρι είναι το πιο σιωπηλό και τρομακτικό κατηγορητήριο. Μια φωτογραφία σαν αυτές που κρατάς για να θυμάσαι τα όμορφα του ταξιδιού σου. Μόνο που αυτή έκλεισε τη ζωή της.