Σκηνοθέτησε με φως από λάμπες πετρελαίου. Στον πόλεμο, στην πείνα, στο σανίδι
Ένας σκηνοθέτης που δεν έλειψε ποτέ από το ελληνικό θέατρο, ακόμα κι όταν δεν υπήρχε ρεύμα.
Πριν ακόμα γίνουν όλα σκοτάδι, ο Κωστής Μιχαηλίδης είχε ήδη μάθει να φωτίζει τη σκηνή. Όχι με ηλεκτρικό, μα με φλόγες ψυχής και πετρελαίου. Μέσα στην Κατοχή, στα κατεχόμενα θέατρα της Θεσσαλονίκης, σκηνοθετούσε παραστάσεις που έμοιαζαν με ανάσα. Όσο οι Γερμανοί κατέβαιναν την Εγνατία, εκείνος ανέβαζε Τρισεύγενη. Κόντρα στην πείνα, κόντρα στον φόβο.
Ήταν μόλις 30 ετών όταν ανέλαβε τις πρώτες σκηνοθεσίες σε συνθήκες πολέμου. Δεν είχε σκηνικά. Είχε λόγια. Είχε ηθοποιούς που πεινούσαν. Και κοινό που ήθελε να θυμηθεί πώς είναι να νιώθεις άνθρωπος. Το Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης ήταν τότε κάτι πολύ περισσότερο από κρατικό. Ήταν ένας χώρος αντίστασης. Όχι πολιτικής. Ανθρώπινης.
Ο ίδιος είχε ήδη χάσει τη γυναίκα του. Η Φοίβη Ταβελούδη, κόρη του Κοσμά Πολίτη, πέθανε πάνω στη γέννα. Μέσα στην Κατοχή. Στην Αθήνα που δεν είχε ψωμί ούτε για μωρά. Ο Μιχαηλίδης έμεινε πίσω. Ένας άνθρωπος μονάχος, με ένα βρέφος, και τη σκηνή. Πιάστηκε από το σανίδι όπως άλλοι πιάνονται από τον Θεό.
Μπήκε στον θίασο του Εθνικού Θεάτρου δίπλα στον Φώτο Πολίτη και τον Δημήτρη Ροντήρη. Δεν ήταν ποτέ ο πιο διάσημος. Ούτε ο πιο προβεβλημένος. Ήταν όμως πάντα εκεί. Πάνω από 125 παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Από Αριστοφάνη μέχρι Ξενόπουλο, από Βαβυλωνία μέχρι Ιφιγένεια. Και από όπερα μέχρι οπερέτα, με αληθινά άλογα πάνω στη σκηνή.
Δεν έζησε ποτέ για να γίνει σταρ. Σκηνοθέτησε έργα για κρατικά θέατρα, για το ελεύθερο θέατρο, για την τηλεόραση, για το ραδιόφωνο. Είχε δική του σχολή. Είχε περάσει από τον ρόλο του ηθοποιού, του χορογράφου, του επιχειρηματία. Δεν είχε όμως ποτέ ξεχάσει την εποχή που σκηνοθετούσε χωρίς φως. Και χωρίς αύριο.
Ήταν από τους λίγους που κατάφερε να ενώσει την αρχαία τραγωδία με το λαϊκό δράμα χωρίς να προδώσει κανένα. Όπου κι αν ανέβαινε έργο του, υπήρχε ένα στοιχείο ρυθμού, οργάνωσης, συνόλου. Οι παραστάσεις του δεν ήταν «σκηνοθεσίες». Ήταν διασώσεις. Κάθε του έργο ήταν σαν να κρατούσε μια γενιά από το χέρι και να της έλεγε: «δεν χάθηκες ακόμη».
Τον τελευταίο καιρό ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Σκηνοθετούσε ακόμα. Το 1981 ανέβασε τον «Πλούτο» στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Μια πρεμιέρα που δεν ήξερε ότι θα ήταν και αποχαιρετισμός. Πέθανε λίγες μέρες μετά, από πνευμονικό οίδημα. Έφυγε όπως έζησε. Αθόρυβα. Ακριβώς μετά την αυλαία.