Στην αρχαία Ελλάδα, σπίτι δεν ήταν τα ντουβάρια. Ήταν οι άνθρωποι
Ο Οδυσσέας είχε θεές, χρυσά παλάτια και τιμές. Αλλά ήθελε τον καπνό του σπιτιού του. Γιατί στην αρχαία Ελλάδα, σπίτι δεν ήταν τα ντουβάρια.
Για τον Οδυσσέα, η Ιθάκη δεν ήταν η πατρίδα απλώς επειδή εκεί γεννήθηκε. Ήταν επειδή εκεί βρισκόταν η Πηνελόπη που τον περίμενε, ο Τηλέμαχος που δεν τον ήξερε, το κρεβάτι που δεν μετακινήθηκε ποτέ. Το σπίτι του ήταν το σημείο επαφής με τον κόσμο του, όχι οι πέτρες που το αποτελούσαν.
Στην Οδύσσεια, το πιο επαναλαμβανόμενο συναίσθημα δεν είναι ο θυμός ή η εκδίκηση. Είναι ο πόθος για την επιστροφή. Ο ίδιος ο ήρωας λέει στους Φαίακες πως, όσο και να τον τίμησαν οι θεές, δεν υπάρχει τίποτα πιο γλυκό από το να βλέπεις τον καπνό που βγαίνει από το σπίτι σου. Ο καπνός, όχι οι τοίχοι. Το σημάδι της ζωής των δικών σου.
Ο Οδυσσέας είχε μείνει με την Καλυψώ για επτά χρόνια, είχε φάει στα παλάτια των Φαιάκων, είχε ακούσει τραγούδια στις σπηλιές των Κυκλώπων. Αλλά ποτέ του δεν έχασε τη λαχτάρα για την Ιθάκη. Ήξερε πως εκεί βρίσκεται αυτό που τον ορίζει. Όχι επειδή ήταν βασιλιάς εκεί, αλλά επειδή εκεί ήταν αυτός χωρίς μάσκες.
Στην αρχαία ελληνική σκέψη, το σπίτι δεν ήταν άσυλο ούτε ιδιοκτησία. Ήταν η προέκταση της ψυχής σου. Ήταν εκεί που δεν χρειαζόταν να εξηγείς ποιος είσαι. Ήταν ο χώρος της μνήμης και της ευθύνης. Ο τόπος όπου δεν ήσουν απλώς ήρωας ή πολεμιστής — αλλά σύζυγος, πατέρας, γιος.
Η λέξη «νόστος» σήμαινε επιστροφή, αλλά δεν είχε καμία σχέση με διαδρομές. Είχε σχέση με επανένωση. Με αναγνώριση. Με αποδοχή. Στο τέλος της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας δεν δακρύζει από τα βάσανα του ταξιδιού. Δακρύζει όταν τον αναγνωρίζει ο σκύλος του, όταν βλέπει τα ρούχα που του είχε ράψει η μητέρα του, όταν η Πηνελόπη του λέει ότι το κρεβάτι τους δεν μετακινείται.
Η αρχαία Ελλάδα έβλεπε το σπίτι όχι σαν οίκημα, αλλά σαν το κέντρο βάρους της ζωής. Όποιος έχανε την πατρίδα του, ήταν άστεγος και όταν ακόμη είχε στέγη. Όποιος επέστρεφε, γινόταν ξανά άνθρωπος. Ακόμα κι αν έπρεπε να περάσει από τρικυμίες, τέρατα και θεούς.