Στις 19 Ιανουαρίου 1990, το μεγάφωνο φώναζε Φύγετε χωρίς τις γυναίκες σας
Τη νύχτα της 19ης Ιανουαρίου 1990, οι Κασμιριώτες Παντίτ κατάλαβαν ότι ήρθε η ώρα να φύγουν.
Ήταν νύχτα στο Σριναγκάρ. Κρύο, υγρασία, και ο φόβος παντού. Από τα μεγάφωνα των τζαμιών, ηχεί ένα μήνυμα αλλιώτικο από κάθε άλλο: «Αφήστε τις γυναίκες σας εδώ. Εσείς φύγετε». Δεν ήταν προσευχή. Ήταν προειδοποίηση. Ήταν απειλή. Ήταν η αρχή του τέλους για τους Κασμιριώτες Παντίτ.
Τις προηγούμενες εβδομάδες είχαν προηγηθεί δολοφονίες. Στοχευμένες. Τρομακτικά ακριβείς. Ονόματα είχαν διαρρεύσει, διευθύνσεις κυκλοφορούσαν. Δικαστές, γιατροί, καθηγητές, απλοί γείτονες. Ξαφνικά έπεφταν νεκροί. Στην τηλεόραση, το ινδικό κράτος δεν ήξερε ή δεν ήθελε να ξέρει.
Η 19η Ιανουαρίου δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Οι Κασμιριώτες Ινδουιστές το είχαν καταλάβει. Δεν ήταν πια καλοδεχούμενοι. Δεν ήταν απλώς μειοψηφία. Ήταν στόχος. Και το μήνυμα που έσπασε τη σιγή της νύχτας το έκανε απολύτως σαφές: έπρεπε να φύγουν.
Οι δρόμοι γέμισαν με ουρές αυτοκινήτων, φορτωμένα ταξί, άνθρωποι με βαλίτσες, με παιδιά στις αγκαλιές. Δεν υπήρχε χρόνος ούτε για δάκρυα. Όσοι έμειναν, κινδύνευαν. Όσοι έφυγαν, άφησαν πίσω σπίτια, βιβλία, φωτογραφίες, τάφους. Ολόκληρη ζωή.
Μέχρι και 300.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν την κοιλάδα μέσα σε λίγες μέρες. Καταυλισμοί, σκηνές, πρόχειρα κέντρα υποδοχής. Από ευκατάστατοι αστοί, έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους τη χώρα. Η Ινδία δεν τους ξέχασε, αλλά ποτέ δεν τους επανέφερε.
Η σφαγή του Τίκα Λαλ Τάπλου, του Νιλ Καντ Νατζού, η σιωπή του κυβερνήτη Τζαγκμοχάν και οι δηλώσεις του Χουρριγιάτ. Όλα έδεναν σε ένα σκηνικό τρόμου. Αλλά η φράση που έμεινε στην ιστορία, ήταν εκείνη των μεγαφώνων: «Φύγετε. Χωρίς τις γυναίκες σας».
Δεν ήταν τυχαία. Ήταν μήνυμα εξευτελισμού. Ήταν απειλή βιασμού, αιχμαλωσίας, εξαφάνισης. Και έγινε πιστευτό. Οι γειτονιές των Παντίτ εγκαταλείφθηκαν σε μια νύχτα. Οι δρόμοι σιώπησαν. Και το Κασμίρ άλλαξε για πάντα.
Σήμερα, όσοι λίγοι απέμειναν στην κοιλάδα ζουν με φρουρές. Όσοι έφυγαν, δεν ξαναγύρισαν. Όσοι γεννήθηκαν μετά, δεν γνωρίζουν πια τη γη τους. Ο ξεριζωμός έγινε παρελθόν, αλλά ποτέ ιστορία. Δεν καταγράφηκε, δεν δικάστηκε, δεν αποκαταστάθηκε. Μόνο ακούστηκε. Μια νύχτα, από ένα μεγάφωνο.