Στις πρώτες χρονιές του Tour de France, το νερό σκότωνε. Οπότε έπιναν κονιάκ.
Έπιναν κονιάκ, όχι για να μεθύσουν, αλλά για να ζήσουν. Το Tour de France ξεκίνησε με φουσκωμένα μπουκάλια και διψασμένα κορμιά.
Τις πρώτες δεκαετίες του Tour de France, οι ποδηλάτες δεν έμοιαζαν σε τίποτα με τους αποστειρωμένους αθλητές του σήμερα. Οι διαδρομές περνούσαν από βουνά, χωριά και χωματόδρομους, χωρίς υποδομές, χωρίς ιατρική κάλυψη, χωρίς σταθμούς ανεφοδιασμού. Και κυρίως, χωρίς καθαρό νερό. Οι συμμετέχοντες φοβόντουσαν να πιουν από πηγάδια ή ποτάμια, γιατί είχαν ακούσει για ανθρώπους που αρρώστησαν ή πέθαναν από δυσεντερία.
Σε έναν αγώνα που διαρκούσε μέρες και περνούσε από απομονωμένες περιοχές της Γαλλίας, η ενυδάτωση δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν θέμα επιβίωσης. Κι αφού το νερό δεν μπορούσε να εμπιστευτεί κανείς, η λύση ήρθε από τα μπουκάλια με το αλκοόλ. Μπύρες, κρασί, μπράντι και ρούμι ήταν τα συνηθέστερα «ισοτονικά» ποτά των ποδηλατών. Όχι μόνο τα κατανάλωναν, αλλά συχνά τα μετέφεραν μαζί τους δεμένα στο ποδήλατο, μέσα σε παγούρια ή κανάτες.
Το αλκοόλ δεν ήταν απλώς ασφαλέστερο από το νερό. Πολλοί πίστευαν ότι τους έδινε δύναμη, θερμίδες και θάρρος. Σε μερικές περιπτώσεις, ποδηλάτες καταγράφεται ότι ήπιαν τόσο πολύ κρασί ώστε να παραπατούν στη σέλα. Κι όμως συνέχιζαν να τερματίζουν. Άλλοι έκαναν χρήση αιθέρα ή κοκαΐνης για να αντέξουν τον πόνο. Το Tour δεν ήταν αθλητική διοργάνωση – ήταν δοκιμασία επιβίωσης.
Η πλήρης απαγόρευση του αλκοόλ στον αγώνα ήρθε πολύ αργότερα. Μέχρι τότε, υπήρξαν χρονιές που οι διαδηλωτές στις πλαγιές φώναζαν «vive le vin!» σε ποδηλάτες που διψούσαν, και οι εφημερίδες κατέγραφαν περιστατικά όπου αθλητές σταματούσαν σε ταβέρνες και παραγγέλναν ένα ποτήρι κόκκινο για να συνεχίσουν.
Αυτό που ξεκίνησε ως γιορτή αντοχής, κόπωσης και ποδηλατικής τρέλας, διαμορφώθηκε μέσα από κραυγές, λασπόνερα, σπασμένα κόκαλα και γουλιές από παλιά μπουκάλια κονιάκ. Όχι επειδή ήθελαν να γλεντήσουν – αλλά επειδή δεν ήξεραν αν το επόμενο πηγάδι θα τους σκότωνε.