Όταν το barcode θεωρήθηκε απειλή και χρειάστηκαν δεκαετίες για να το αποδεχτεί ο κόσμος
Οι γραμμές του barcode που σήμερα περνούν αδιάφορα από το ταμείο κάποτε θεωρήθηκαν απειλή.
Κάθε φορά που ένα προϊόν περνά μπροστά από το ταμείο και ακούγεται εκείνο το «μπιπ», κανείς δεν το σκέφτεται. Ούτε ότι κάποτε αυτός ο ήχος ήταν φόβος για το μέλλον. Το barcode δεν μπήκε αθόρυβα στη ζωή μας. Πέρασε μέσα από καχυποψία, γελοιοποίηση και θεωρίες συνωμοσίας πριν γίνει το πιο συνηθισμένο πράγμα στον πλανήτη.
Η ιδέα γεννήθηκε το 1948, όταν δύο φοιτητές στο Drexel University της Φιλαδέλφειας άκουσαν έναν ιδιοκτήτη σούπερ μάρκετ να γκρινιάζει ότι χρειάζεται έναν τρόπο να μετράει τις πωλήσεις χωρίς να γράφει τα πάντα στο χέρι. Ο ένας, ο Norman Woodland, σκέφτηκε τις κουκίδες και τις παύλες του Μορς και τράβηξε με το δάχτυλο μερικές γραμμές πάνω στην άμμο. Τόσο απλά. Αυτές οι γραμμές θα άλλαζαν για πάντα το εμπόριο, αλλά κανείς τότε δεν το φανταζόταν.
Το 1952 κατοχυρώθηκε η πατέντα του γραμμωτού κώδικα, όμως για χρόνια δεν έκανε καμία εντύπωση. Τα μηχανήματα ανάγνωσης ήταν τεράστια και ακριβά, τα ταμεία δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο και κανείς δεν έβλεπε λόγο να αντικαταστήσει τον άνθρωπο που χτυπούσε τις τιμές. Ο χρυσός αιώνας των barcode δεν είχε έρθει ακόμα.
Το πρώτο «μπιπ» στην ιστορία
Ήταν καλοκαίρι του 1974 στο Οχάιο όταν, στο σούπερ μάρκετ Marsh’s, πέρασε από το scanner το πρώτο προϊόν με γραμμωτό κώδικα. Ήταν ένα πακέτο τσίχλες Wrigley’s. Ο ήχος του πρώτου «μπιπ» σηματοδότησε κάτι τεράστιο, αλλά κανείς δεν το κατάλαβε εκείνη τη μέρα. Οι περισσότεροι υπάλληλοι κοιτούσαν με απορία το μηχάνημα, που έμοιαζε με επιστημονική φαντασία.
Οι εφημερίδες τότε δεν μιλούσαν για πρόοδο, αλλά για απειλή. Το barcode έγινε σύμβολο μιας τεχνολογίας που θα κατέγραφε τα πάντα. Στην Αμερική, κάποιοι το συνέδεσαν με τον αριθμό 666. Άλλοι το θεωρούσαν μέσο ελέγχου των πολιτών. Ακόμα και συνδικάτα εργαζομένων ανησυχούσαν ότι οι ταμίες θα χάσουν τη δουλειά τους. Οι εταιρείες που προωθούσαν το barcode απαντούσαν ότι μόνο «τεχνοφοβικοί» αντιδρούσαν, αλλά η αλήθεια είναι πως πολλοί δεν εμπιστεύονταν τις γραμμές που έμοιαζαν να κρύβουν κάτι.
Η σιωπηλή επανάσταση
Χρειάστηκαν δεκαετίες για να γίνει οικείο. Στις αρχές του ’80 λιγότερα από τα μισά σούπερ μάρκετ στις Ηνωμένες Πολιτείες το χρησιμοποιούσαν, γιατί ο εξοπλισμός κόστιζε ακριβά. Η επένδυση άρχισε να βγάζει νόημα όταν οι εταιρείες είδαν πως μπορούσαν να παρακολουθούν αποθέματα, να κάνουν αυτόματα στατιστικά και να εξυπηρετούν περισσότερους πελάτες σε λιγότερο χρόνο. Σιγά σιγά, το «μπιπ» έγινε ο ήχος της προόδου.
Ο γραμμωτός κώδικας, που κάποτε προκαλούσε φόβο, έγινε το θεμέλιο κάθε ταμείου και αποθήκης. Ένα απλό σύνολο γραμμών που άλλαξε τον τρόπο που ψωνίζουμε, καταγράφουμε και σκεφτόμαστε την ταχύτητα. Από τότε μέχρι σήμερα, είναι παντού: στα φάρμακα, στα εισιτήρια, στα εισιτήρια του μετρό, στα δέματα που περιμένουμε να φτάσουν. Και κανείς πια δεν θυμάται ότι κάποτε οι άνθρωποι τον φοβήθηκαν.
Ίσως αυτή είναι η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του. Ότι οι εφευρέσεις που μας τρομάζουν στην αρχή είναι συχνά εκείνες που μετά θεωρούμε δεδομένες. Το barcode ήταν η πρώτη μικρή γραμμή που χώρισε τον παλιό κόσμο από τον καινούργιο.