Τι έτρωγαν οι Έλληνες για γλυκό πριν από 100 χρόνια;
Γλυκά του κουταλιού, μουσταλευριά, λουκούμια και ψωμί με ζάχαρη.
Δεν υπήρχε σοκολάτα με φουντούκια, ούτε κρουασάν με πραλίνα, ούτε καν φούρνος στη γειτονιά. Και όμως, πριν από έναν αιώνα, οι Έλληνες ήξεραν να γλυκαίνονται. Τα γλυκά τους ήταν απλά, αγνά και δεμένα με την εποχή, τη γη και τις περιστάσεις. Ήταν γλυκά που μοσχοβολούσαν βανίλια και κυδώνι, και που η προετοιμασία τους απαιτούσε υπομονή, όχι χρήμα.
Σε κάθε σπίτι υπήρχε ένα γλυκό του κουταλιού. Όχι γιατί το ήθελε η μόδα, αλλά γιατί ήταν τρόπος να συντηρηθούν τα φρούτα. Το κεράσι, το σύκο, το κυδώνι, το πορτοκάλι, ακόμα και η μελιτζάνα ή το ντοματάκι, γίνονταν γλυκίσματα που κρατούσαν όλο το χρόνο. Σέρβιραν ένα κουταλάκι με ένα ποτήρι δροσερό νερό και αυτό ήταν το κέρασμα. Κανένας δεν παραπονιόταν. Το αντίθετο.
Οι πιο φτωχοί έτρωγαν μουσταλευριά, φτιαγμένη με μούστο σταφυλιού και λίγο αλεύρι. Άλλες φορές έβραζαν το πετιμέζι και το έβαζαν πάνω σε τηγανίτες ή μέσα σε ζυμωτό ψωμί. Το ψωμί με ζάχαρη ή με λάδι και κανέλα ήταν επίσης κλασικό γλύκισμα για τα παιδιά. Δεν ήταν μόνο νόστιμο, ήταν και ζεστό, καθησυχαστικό.
Στις πόλεις υπήρχαν ήδη κάποια ζαχαροπλαστεία. Λουκούμια, παστέλια, καραμέλες βουτύρου, χαλβάδες από ταχίνι και σιμιγδάλι. Η σοκολάτα μόλις είχε αρχίσει να κάνει δειλά την εμφάνισή της και θεωρούνταν πολυτέλεια. Οι σπιτικές δίπλες, οι καρυδόπιτες, τα ρεβανί και τα γαλακτομπούρεκα ήταν γλυκά των γιορτών, όχι της κάθε μέρας.
Οι περισσότεροι πάντως βασίζονταν στα εποχικά. Καρπούζι παγωμένο το καλοκαίρι, κάστανα με μέλι τον χειμώνα, σύκα ξερά και σταφίδες στα ενδιάμεσα. Τα γλυκά των Ελλήνων πριν από 100 χρόνια δεν είχαν πρόσθετα, δεν είχαν ετικέτες, δεν είχαν τυποποίηση. Είχαν μόνο μνήμες, γιαγιάδες και κατσαρόλες.