Τη φώναζαν τρελή, την απέρριψαν απ’ όλα τα κανάλια, την πέταξαν έξω από δισκογραφικές.
Τη χλεύασαν, την απέρριψαν, την απέκλεισαν. Και έγινε Lady Gaga. Μια ιστορία ανατροπής, θάρρους και δημιουργικής εκδίκησης.
Έπαιζε πιάνο από τεσσάρων ετών. Όχι με παρτιτούρες. Με το αυτί. Έβαζε σκαμνάκι γιατί δεν έφτανε τα πλήκτρα. Δεν ήταν όμορφη, δεν ήταν δημοφιλής, δεν είχε φίλους. Στο σχολείο την κορόιδευαν επειδή ντυνόταν αλλιώς, επειδή μιλούσε αλλιώς, επειδή ήταν αλλιώς. Μια δασκάλα τη ρώτησε γιατί δεν προσπαθεί απλώς να ταιριάξει. Η Gaga κοίταξε κάτω και δεν απάντησε.
Δεν την ήθελαν πουθενά. Στην πρώτη δισκογραφική την έδιωξαν σε τρεις μήνες. Της είπαν πως το στυλ της ήταν πολύ προκλητικό, πολύ underground, πολύ… πολύ. Γύρισε σπίτι της για τα Χριστούγεννα, με το κεφάλι σκυμμένο, χωρίς συμβόλαιο και χωρίς ελπίδα. Εκείνη τη χρονιά, δούλευε σε νεομπουρλέσκ παραστάσεις, φορώντας κορσέδες και δαντέλες, λέγοντας ότι μόνο εκεί ένιωθε ελεύθερη.
Ένας παραγωγός, ο Rob Fusari, της έδωσε μια ευκαιρία. Την αποκάλεσε για πρώτη φορά “Lady Gaga” από ένα αυτόματο autocorrect σε ένα SMS. Δεν ήταν όνομα. Ήταν η πρώτη της μάσκα. Μαζί έγραψαν τα πρώτα κομμάτια που θα γίνονταν παγκόσμια hits. Μετά χώρισαν. Εκείνη κράτησε το όνομα. Και έστησε το “Haus of Gaga”. Έναν μικρό στρατό καλλιτεχνών, στιλίστας και τρελών.
Όταν κυκλοφόρησε το “Just Dance”, όλοι νόμιζαν ότι ήταν άλλο ένα πυροτέχνημα. Μια ψηφιακή ποπ φούσκα. Μέχρι που ήρθε το “Poker Face”, το “Bad Romance”, το “Alejandro”, το “Shallow”. Δεν έγραφε τραγούδια, έφτιαχνε ύμνους. Για όσους ένιωθαν περιθωριακοί. Για όσους χλεύαζαν. Για τους διαφορετικούς.
Εκεί που άλλοι έσβηναν, αυτή μεταμορφωνόταν. Από ηλεκτρονικό τέρας, έγινε jazz ντίβα δίπλα στον Tony Bennett. Από ποπ σκάνδαλο, έγινε σπαρακτική ηθοποιός στο A Star Is Born. Ήταν η πρώτη γυναίκα που πήρε Oscar, BAFTA, Grammy και Χρυσή Σφαίρα την ίδια χρονιά. Και μετά επέστρεψε στην electro-pop με το Chromatica, έφτιαξε make-up brand, ίδρυσε φιλανθρωπικό ίδρυμα και έπαιξε Χάρλεϊ Κουίν σε ταινία για τον Joker.
Ποτέ δεν της έδωσε κανείς τίποτα. Της πήραν τη φωνή, της πήραν το σώμα, της πήραν την ψυχική της υγεία. Και εκείνη τα πήρε πίσω όλα. Με στρας, με αίμα, με κουστούμια από κρέας, με τρέμουλο και φωτιά. Με το πιο δυνατό όπλο που έχει ένας παρίας: την αποδοχή του εαυτού του.