Την ημέρα που μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, αυτή πήρε δηλητήριο. Δεν άντεχε να το δει.
Την ημέρα που οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα, εκείνη πήρε δηλητήριο.
Στις 27 Απριλίου 1941, η σκιά του ναζισμού απλώθηκε πάνω από την Ακρόπολη. Οι Γερμανοί κατακτητές μπήκαν στην Αθήνα με τακούνια που αντηχούσαν σαν κατάρα στις πλάκες του Συντάγματος. Και εκείνη την ίδια ημέρα, μία γυναίκα πήρε δηλητήριο. Δεν ήταν πολιτικός. Δεν ήταν στρατηγός. Ήταν συγγραφέας. Ήταν η Πηνελόπη Δέλτα.
Η γυναίκα που έμαθε στα παιδιά την ιστορία τους μέσα από ήρωες με αθώα ονόματα –τον Τρελαντώνη, τον Μάγκα, τις Ρωμιοπούλες. Η γυναίκα που έκανε τον Μακεδονικό Αγώνα παραμύθι για να μην ξεχαστεί. Η γυναίκα που αγάπησε πλατωνικά τον Ίωνα Δραγούμη, αλλά έμεινε δίπλα στον άντρα και στα παιδιά της με μια σιωπηλή αξιοπρέπεια. Και τώρα, με το τέλος να πλησιάζει, δεν άντεχε. Όχι να πεθάνει – αυτό το είχε δεχτεί. Δεν άντεχε να δει την πατρίδα της σκλαβωμένη.
Ήταν άρρωστη. Η σκλήρυνση κατά πλάκας την είχε καθηλώσει. Δεν μπορούσε να παλέψει πια. Ο μόνος τρόπος που της είχε μείνει να αντισταθεί, ήταν ο απόλυτος. Ήξερε τι έκανε. Το είχε προσπαθήσει άλλες δύο φορές, αλλά αυτή τη φορά το εννοούσε. Πέντε μέρες άντεξε. Και έφυγε στις 2 Μαΐου. Στον κήπο του σπιτιού της, χάραξαν μία λέξη στον τάφο της. Μία μόνο λέξη: “Σιωπή”.
Αλλά η σιωπή της φωνάζει μέχρι σήμερα. Γιατί η Δέλτα δεν ήταν απλώς συγγραφέας. Ήταν η πρώτη κυρία του νεοελληνικού πατριωτισμού. Μαζί με την Έλλη Αδοσίδου, έσωσαν ζωές στη Βουλγαρική Κατοχή της Μακεδονίας. Μαζί με την οικογένειά της, φιλοξένησαν πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Έγραψε βιβλία για παιδιά, αλλά μιλούσε στους ενήλικες με καρδιά, τόλμη και βαθιά ελληνικότητα.
Η πράξη της δεν ήταν απελπισία. Ήταν δήλωση. Ένας τελευταίος, αθόρυβος, αλλά εκκωφαντικός τρόπος να πει: “Δεν το δέχομαι αυτό. Όχι εγώ.”