Την ήθελαν στο σαλόνι να παίζει πιάνο. Εκείνη βγήκε στον δρόμο. Η Ελληνίδα που τρόμαξε την εξουσία
Η Αύρα Θεοδωροπούλου δεν ήθελε να μένει στα σαλόνια. Έγινε η φωνή χιλιάδων γυναικών, ιδρύτρια του πρώτου φεμινιστικού συνδέσμου στην Ελλάδα
Γεννήθηκε στην Αδριανούπολη, μέσα σε πλούσια οικογένεια, με κάθε προοπτική να ζήσει μια ήσυχη, κομψή ζωή. Η Αύρα Θεοδωροπούλου είχε μάθει γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά και πιάνο. Όχι για να γίνει καλλιτέχνιδα, αλλά για να γίνει «κυρία». Μα αυτή είχε άλλα σχέδια. Δεν ήθελε να παίζει μουσική για τούς καλεσμένους. Ήθελε να παίζει μουσική για τα παιδιά. Και να γράφει για τους μεγάλους που αρνούνταν να ακούσουν τις γυναίκες.
Αρίστευσε στο Ωδείο Αθηνών και πήρε το αργυρό μετάλλιο Συγγρού. Δεν το κορνίζαρε. Το χρησιμοποίησε σαν εφαλτήριο για να δείξει ότι η μόρφωση δεν ανήκει σε κανένα φύλο. Έγραψε άρθρα, κριτικές και μουσικές μελέτες σε εφημερίδες που δεν φιλοξενούσαν γυναίκες. Με υπογραφή καθαρή και λόγο διεισδυτικό. Οι άντρες αναγνώστες την διάβαζαν χωρίς να ξέρουν πως γράφει μια γυναίκα.
Ίδρυσε τον Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα της Γυναίκας σε μια Ελλάδα που δεν δεχόταν ούτε να ακούσει τις λέξεις «ψήφος» και «γυναίκα» στην ίδια πρόταση. Κι όμως, εκείνη όχι μόνο τις ένωσε, αλλά τις έκανε και πολιτικό πρόγραμμα. Έγινε πρόεδρος, ακτιβίστρια, σύμβολο. Όχι με συνθήματα, αλλά με παιδεία. Όχι με θυμό, αλλά με επιμονή.
Η μουσική της δεν έσβησε ποτέ. Έγραψε για τον Μπετόβεν, τον Βάγκνερ, τον Μπαχ. Για τον Παλαμά και τον Καλομοίρη. Έγραψε και για τα παιδιά — το πιο συγκινητικό της έργο ήταν για το πώς πρέπει να διδάσκεται η μουσική στα μικρά παιδιά, για να μεγαλώσουν σε έναν κόσμο πιο ευαίσθητο. Πίστευε ότι η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια αλλά όπλο. Κι ότι αν τα παιδιά μεγαλώσουν με μουσική, ίσως μεγαλώσουν και με λιγότερη αδικία.
Η Αύρα Θεοδωροπούλου δεν φοβήθηκε να βγει στον δρόμο όταν όλες ήταν ακόμη πίσω από τις κουρτίνες. Δεν κρύφτηκε πίσω από τίτλους και μεταλλεία. Έγινε εκείνη τίτλος. Το όνομά της δόθηκε αργότερα σε βραβείο, τιμώντας γυναίκες που προάγουν την ισότητα στα μέσα ενημέρωσης. Μα το μεγαλύτερο βραβείο το είχε ήδη κερδίσει: όταν κατάφερε να ακουστεί, σε μια εποχή που ήθελαν να σωπαίνει.