Το δώρο του Λουδοβίκου στη Μαρία Αντουανέτα λίγο πριν τους κόψουν το κεφάλι.
Ένα γαλακτοκομείο γεμάτο πολυτέλεια, με σιντριβάνια και αγάλματα, για να πίνει η βασίλισσα γάλα.
Το 1787, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ ήθελε να κάνει έκπληξη στη σύζυγό του. Η Μαρία Αντουανέτα απεχθανόταν το Κάστρο του Ραμπουγιέ και το έλεγε “crapaudière”, δηλαδή βαλτότοπο με βατράχια. Ο βασιλιάς αποφάσισε να της αλλάξει γνώμη με έναν τρόπο που μόνο μια γαλλική αυλή λίγο πριν την πτώση της θα μπορούσε να σκεφτεί: της έφτιαξε ένα ναό αφιερωμένο στο γάλα.
Το “Γαλακτοκομείο της Βασίλισσας” δεν ήταν φάρμα. Ήταν ένας επιτηδευμένος χώρος γευσιγνωσίας, φτιαγμένος από λευκό μάρμαρο, με αψιδωτές αίθουσες και τοιχογραφίες που απεικόνιζαν νύμφες και αρχαίες θεότητες. Στο κέντρο, κυριαρχούσε ένα άγαλμα της κατσίκας της Αμάλθειας, που τάιζε τον μικρό Δία, μέσα σε μια τεχνητή σπηλιά.
Εκεί, η Μαρία Αντουανέτα καθόταν με τις φίλες της και έπινε γάλα, δοκίμαζε γιαούρτι και μαλακά τυριά, μέσα σε ένα περιβάλλον σχεδιασμένο να θυμίζει… την απλότητα της φύσης, αλλά φιλτραρισμένη από τα φίλτρα του ροκοκό. Για να διατηρείται δροσερό το γάλα, υπήρχαν πίδακες νερού που έριχναν υγρασία στον αέρα και το έκαναν να θυμίζει υπόγειο παγοποιείο.
Ήταν η εποχή που η αριστοκρατία έπαιζε ότι ζούσε σαν αγρότισσα, μέσα από πορσελάνες Sèvres, μαρμάρινες αίθουσες και στυλιζαρισμένα τοπία. Η ίδια βασίλισσα που δήθεν αγαπούσε τη φύση, δεν ήθελε να βλέπει τους πραγματικούς αγρότες.
Μέσα σε δύο χρόνια, οι Βερσαλλίες αδειάζουν. Το πλήθος φωνάζει «ψωμί» κι εκείνη υποτίθεται ότι απάντησε «ας φάνε παντεσπάνι». Δεν το είπε ποτέ – αλλά η Laiterie de la Reine ήταν πιο εύγλωττη από κάθε φράση: ήταν η εικόνα μιας εξουσίας που έπινε γάλα σε μαρμάρινο ναό, ενώ ο λαός πεινούσε.