Το φίδι που προσποιείται ότι είναι σκουλήκι. Και μετά σκοτώνει με το πιο νευροτοξικό δάγκωμα
Δεν κυνηγά. Κρύβεται. Δεν τρέχει. Περιμένει. Το πιο απρόβλεπτο φίδι της Αυστραλίας δεν είναι οχιά, δεν είναι κόμπρα, δεν είναι τίποτα απ’ όσα ξέρεις.
Δεν σφυρίζει. Δεν τρέπεται σε φυγή. Δεν κυνηγάει. Ξαπλώνει στο έδαφος, σκεπασμένο με φύλλα και χώμα, κάνοντας ότι δεν υπάρχει. Μόνο η ουρά του φαίνεται, μια μικρή προεξοχή σαν σκουλήκι που πάλλεται σχεδόν ανεπαίσθητα. Και τότε, μόλις ένα μικρό θήραμα πλησιάσει να το δαγκώσει, ο ακάνθοφις εξαπολύει το πιο αστραπιαίο χτύπημα στον κόσμο των φιδιών. Σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, το υποτιθέμενο σκουλήκι γίνεται δόλωμα θανάτου.
Ο ακάνθοφις ή «οχιά του θανάτου», δεν είναι καν οχιά. Είναι συγγενής της κόμπρας και του μάμπα. Ζει στην Αυστραλία και στη Νέα Γουινέα, και παρότι το σώμα του θυμίζει εχιδνή, ταξινομικά ανήκει στους ελαπίδες. Η επιστημονική του ονομασία Acanthophis σημαίνει «αγκάθι-φίδι», λόγω της χαρακτηριστικής του ουράς. Είναι ίσως το πιο νευροτοξικό φίδι στην ήπειρο, με δηλητήριο που δεν προκαλεί ούτε αιμορραγία, ούτε νέκρωση. Σκοτώνει απλώς διακόπτοντας τη σύνδεση νεύρων και μυών. Απλά και αθόρυβα.
Το χτύπημα του δεν είναι μόνο γρήγορο. Είναι και αόρατο. Για να καταφέρει τη λεία του, ο ακάνθοφις δεν μετακινείται. Στήνει ενέδρα, σκεπάζοντας το σώμα του κάτω από πέταλα και χαλίκια, αφήνοντας μόνο την ουρά του εκτεθειμένη. Το άκρο της κινείται σαν κάμπια. Μόλις πλησιάσει ένα γκέκο ή ένα μικρό θηλαστικό, το φίδι το δαγκώνει με απόλυτη ακρίβεια. Πολλοί ερευνητές πιστεύουν πως είναι το ταχύτερο χτύπημα ανάμεσα στα φίδια, αν και επιστημονικά αυτό δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί.
Σε αντίθεση με τις περισσότερες οχιές που γεννούν αυγά, οι «οχιές του θανάτου» είναι ωοζωοτόκες: τα μικρά γεννιούνται ζωντανά μέσα σε λεπτούς θύλακες, που ξεπερνούν τα 20 φιδάκια τη φορά. Ο θηλυκός ακάνθοφις είναι μεγαλύτερος από τον αρσενικό, και χρειάζονται 2 με 3 χρόνια για να ενηλικιωθούν. Οι φολίδες τους έχουν υφή απόλυτης παραλλαγής, με χρώματα που κυμαίνονται από σκούρο γκρι έως κιτρινωπό και πράσινο. Είναι σχεδόν αόρατα στο περιβάλλον τους.
Το δηλητήριό του μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο με μία μόνο δαγκωνιά. Παρόλα αυτά, τα περιστατικά είναι σπάνια. Όχι επειδή δεν είναι επικίνδυνο, αλλά επειδή δεν είναι επιθετικό. Δεν κινείται εάν δεν το προκαλέσεις. Γι’ αυτό και πολλοί ντόπιοι λένε πως δεν είναι μόνο το πιο ύπουλο φίδι της Αυστραλίας, αλλά και το πιο δίκαιο: σου δίνει κάθε ευκαιρία να φύγεις. Αν δεν το κάνεις, φταις.
Αυτό που κάνει τον ακάνθοφι ακόμα πιο μυστηριώδη, είναι το γεγονός ότι επί χρόνια οι επιστήμονες δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν πόσα είδη υπάρχουν. Οι προτάσεις νέων ειδών ήταν τόσες που έσπειραν σύγχυση: άλλαξε ολόκληρη η αντίληψη για τη φυλογένεση του γένους. Μόνο τις τελευταίες δεκαετίες, με μελέτες DNA, διαχωρίστηκαν σε ομάδες που ζουν στην Αυστραλία και άλλες που περιορίζονται στη Νέα Γουινέα. Το πιο εντυπωσιακό όμως δεν είναι η ποικιλία, αλλά η στρατηγική του. Η ουρά που παριστάνει τη λεία, είναι ένα τέχνασμα που μόνο λίγα φίδια στον κόσμο χρησιμοποιούν.
Κι όμως, αυτό το αθόρυβο, παραπλανητικό και θανάσιμο φίδι, θεωρείται ένα από τα πιο αποτελεσματικά αρπακτικά του πλανήτη. Δεν κυνηγά. Δεν διεκδικεί. Δεν επιτίθεται χωρίς λόγο. Απλώς υπάρχει. Και σε περιμένει να κάνεις το λάθος.