Το μουσείο στην Αθήνα που εκθέτει ζουρλομανδύες, ξεχασμένα κοσμήματα νεκρών και ποιήματα του Βιζυηνού
Ένα μουσείο γεμάτο ποιήματα, κομπολόγια, φάρμακα και χειρόγραφα ανθρώπων που δεν βγήκαν ποτέ.
Στην Ιερά Οδό, εκεί που χτυπάει η καρδιά του Χαϊδαρίου, υπάρχει ένα μουσείο που δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Δεν είναι μουσείο τέχνης, ούτε επιστήμης. Είναι μουσείο ανθρώπων που έζησαν κλειδωμένοι στον εαυτό τους. Ανθρώπων που μπήκαν στο Δρομοκαΐτειο και δεν βγήκαν ποτέ. Ό,τι άφησαν πίσω, είναι τώρα βιτρίνα.
Το Μουσείο του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Δρομοκαΐτειο ιδρύθηκε το 1995. Δεν φτιάχτηκε για να εντυπωσιάσει. Φτιάχτηκε για να διατηρήσει τη μνήμη. Για να δείξει πώς ζούσαν οι ασθενείς, τι κρατούσαν, τι τους θεράπευε και τι τους σκότωνε σιγά σιγά. Είναι το πρώτο νοσοκομειακό μουσείο της Ελλάδας και μάλλον το πιο σπαρακτικό.
Μέσα στις προθήκες του υπάρχουν ζουρλομανδύες, φαρμακευτικές συσκευασίες, καρδιογράφοι, πιεσόμετρα, σύριγγες και συσκευές ηλεκτροσόκ. Δίπλα, πάνω στο ίδιο ράφι, ένα κομπολόι, ένα πορτοφόλι, ένα διαβατήριο γραμμένο στα οθωμανικά. Τα πράγματα που είχαν μαζί τους όσοι δεν βγήκαν ποτέ. Και κανείς δεν ήρθε να τα ζητήσει.
Υπάρχει και μια βιτρίνα με κοσμήματα: δαχτυλίδια, βραχιόλια, φυλαχτά. Πάνω τους δεν γράφει τίποτα. Δεν ξέρουμε σε ποιον ανήκαν. Μόνο ότι ήταν ασθενής. Πέθανε. Και έμειναν εκεί. Οριστικά.
Μέσα στο μουσείο υπάρχει και μια μικρή εκκλησία. Εκεί υπάρχουν σταυροί, Ευαγγέλια και εικόνες. Πολλά από τα αντικείμενα προέρχονται από το ίδιο το νεκροταφείο του νοσοκομείου. Ό,τι θεωρήθηκε πολύτιμο για να πεταχτεί, αλλά όχι αρκετά προσωπικό για να επιστραφεί.
Ανάμεσα στα εκθέματα βρίσκονται ποιήματα και χειρόγραφα του Γεώργιου Βιζυηνού. Το αποβιωτήριό του. Το αίτημα εισαγωγής. Το χαρτί με τη διάγνωση: φρενοβλάβεια. Κατά τη διάρκεια της τετραετούς νοσηλείας του, ο Βιζυηνός έγραψε το «Μοσκώβ Σελήμ» και το σπαρακτικό «Φάσμα μου». Και τα δύο γράφτηκαν στο Δρομοκαΐτειο. Πίσω από κλειδωμένες πόρτες.
Εκεί μέσα βρίσκονται και επτά ανέκδοτες επιστολές του Δημήτρη Βικέλα. Ποιήματα του Παλαμά και του Νίκου Καμπά, που δεν νοσηλεύτηκαν ποτέ, αλλά τα χειρόγραφά τους βρέθηκαν σε προσωπικά αντικείμενα συγγενών. Στις λέξεις τους, μια παράξενη ειρωνεία: να σε θυμούνται σε ένα μέρος που πας για να σε ξεχάσουν.
Το μουσείο δεν εκθέτει μόνο αρχεία. Εκθέτει και δημιουργίες των ίδιων των ασθενών. Ψεύτικα σπαθιά για παραστάσεις, ζωγραφιές, ποιήματα, σκηνικά, κατασκευές. Μερικά από αυτά θυμίζουν παιδικά έργα. Άλλα μοιάζουν με κραυγές. Όλα είναι απόπειρες σωτηρίας.
Ανάμεσα στα ονόματα όσων νοσηλεύτηκαν, ξεχωρίζουν και καλλιτέχνες: ο Αλέξης Ακριθάκης που μπήκε για αποτοξίνωση. Ο Νικόλαος Δραγούμης, γιος πρωθυπουργού, που έμεινε εκεί μέχρι τον θάνατό του. Ο Ρώμος Φιλύρας, που έγραφε ποίηση για τη θλίψη του. Ο Βαλεντίνος Ίλβες, που ζωγράφιζε μέχρι να δραπετεύσει. Ο Ανδρέας Κρυστάλλης, που κουβάλησε μέσα του τον πόλεμο. Και άλλοι. Πολλοί άλλοι.
Σήμερα, όσοι επισκέπτονται το μουσείο βλέπουν μόνο τα αντικείμενα. Όχι τις φωνές. Αλλά είναι εκεί. Σε κάθε χτυπημένο ρολόι, σε κάθε φθαρμένο σταυρό, σε κάθε λέξη ενός ποιήματος. Είναι το μοναδικό μουσείο στην Ελλάδα που δεν φτιάχτηκε για να θυμίζει επιτυχίες. Φτιάχτηκε για να μην ξεχαστούν οι ήττες.