Το πρώτο μποϊκοτάζ στην ιστορία έγινε σε έναν άνθρωπο που τον έλεγαν Μποϊκοτ
Όταν ένας Άγγλος επιστάτης στην Ιρλανδία έγινε τόσο μισητός, που κανείς δεν του μιλούσε, γεννήθηκε μια νέα λέξη: το μποϊκοτάζ.
Ήταν το 1880 στην Ιρλανδία, όταν ένας Άγγλος επιστάτης αγροκτημάτων έγινε τόσο απεχθής στους γύρω του, που δεν του επιτέθηκαν, δεν τον κατήγγειλαν, δεν τον έδιωξαν. Απλώς, του έκοψαν κάθε επαφή. Του μίλησαν για τελευταία φορά και μετά τον έθαψαν ζωντανό με την πιο ήσυχη αλλά ισοπεδωτική μορφή διαμαρτυρίας: την κοινωνική απομόνωση.
Ονομάζονταν Charles Cunningham Boycott και ήταν διαχειριστής κτημάτων στην κομητεία Μάγιο, στην Ιρλανδία, την εποχή που οι σχέσεις μεταξύ των Άγγλων ιδιοκτητών γης και των Ιρλανδών εργατών έβραζαν. Ο Boycott, πρώην στρατιωτικός, είχε σταλεί εκεί για να επιβλέπει τις εργασίες και να συλλέγει ενοίκια από τους Ιρλανδούς αγρότες, που νοίκιαζαν τη γη με εξοντωτικούς όρους. Όταν ο καιρός στράβωσε και οι καλλιέργειες απέτυχαν, οι χωρικοί ζήτησαν ελάφρυνση. Ο Boycott αρνήθηκε. Και τότε έγινε η σιωπή.
Στην αρχή, σταμάτησαν να του μιλούν. Μετά αρνήθηκαν να δουλέψουν στα χωράφια του. Ο φούρναρης δεν του έδινε ψωμί, ο σιδηρουργός δεν του επισκεύαζε τα εργαλεία, οι γαλατάδες έριχναν το βλέμμα χαμηλά και έφευγαν χωρίς λέξη. Ακόμα και το ταχυδρομείο αρνήθηκε να του παραδώσει γράμματα. Η κοινωνία γύρω του συνέχισε να λειτουργεί κανονικά — εκτός από αυτόν. Για όλους ήταν πλέον αόρατος.
Ο Charles Boycott αναγκάστηκε να ζητήσει βοήθεια. Η κυβέρνηση της Αγγλίας έστειλε 50 στρατιώτες να τον προστατεύσουν και πλήρωσε με δημόσιο χρήμα εργάτες από άλλα μέρη για να μαζέψουν τη σοδειά του. Το κόστος της επιχείρησης ήταν πολλαπλάσιο από την αξία της συγκομιδής. Και ο κόσμος παρακολουθούσε, αναρωτώμενος ποιος νίκησε τελικά.
Το μποϊκοτάζ πέτυχε όχι επειδή ήταν βίαιο, αλλά επειδή ήταν καθολικό. Όταν οι εφημερίδες έψαχναν λέξη για να περιγράψουν αυτή τη μαζική αποκήρυξη ενός προσώπου, κατέληξαν απλά στο επώνυμό του: Boycott. Από τότε, η λέξη πέρασε στην αγγλική γλώσσα, μετά σε όλες τις άλλες —και φυσικά στα ελληνικά— με το νόημα που έχει ακόμα και σήμερα: μια οργανωμένη αποχή από συναλλαγή, συνεργασία ή επαφή με στόχο την κοινωνική, ηθική ή οικονομική πίεση.
Ο ίδιος ο Boycott έφυγε λίγα χρόνια μετά για πάντα από την Ιρλανδία, γύρισε στην Αγγλία και έζησε μια ήσυχη ζωή, αφήνοντας όμως πίσω του ένα ιστορικό αποτύπωμα πιο ηχηρό από οποιαδήποτε διαδήλωση: ένα ολόκληρο ρήμα.
Και κάπως έτσι, μια λέξη γεννήθηκε όχι από μια πράξη, αλλά από έναν άνθρωπο που απέτυχε να καταλάβει ότι η εξουσία, χωρίς αποδοχή, είναι κενό κέλυφος.