Το ράμεν ήταν φαγητό για τους εργάτες και τώρα πληρώνεις 20 ευρώ για μια σούπα
Ήταν φθηνό, χορταστικό και για εργάτες. Τώρα είναι κουλτούρα, εμπειρία και κοστίζει όσο ένα γεύμα σε εστιατόριο
Πριν μπει σε μενού πολυτελών ασιατικών εστιατορίων, πριν αποκτήσει Instagram fans και ramen bars με φωτορυθμικά, το ράμεν ήταν ένα απλό, καθημερινό φαγητό του δρόμου. Ζωμός, λίγα νουντλς και ό,τι υπήρχε πρόχειρο στο ψυγείο. Κι όμως, ήταν το πιο χορταστικό πιάτο για έναν φτωχό εργάτη της Ιαπωνίας.
Το ράμεν εμφανίστηκε στην Ιαπωνία ως έμπνευση από την Κίνα. Εισάχθηκε μέσω Κινέζων μεταναστών και γρήγορα έγινε φαγητό των κατώτερων κοινωνικών τάξεων. Δεν υπήρχε “συνταγή”. Το κάθε μπολ ήταν φτιαγμένο με βάση τα φθηνότερα διαθέσιμα υλικά της ημέρας.
Ήταν comfort food σε ένα μπολ. Φθηνό, γεμάτο θερμίδες, ιδανικό για κάποιον που δούλευε 12 ώρες την ημέρα και ήθελε κάτι να τον κρατήσει όρθιο. Το έτρωγες βιαστικά, όρθιος, ανάμεσα σε φορτηγά και καπνούς. Δεν το σέρβιραν σε πορσελάνες. Ήταν λύση, όχι εμπειρία.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όταν η ιαπωνική κουλτούρα άρχισε να εξάγεται παγκοσμίως. Όπως το σούσι, έτσι και το ράμεν μπήκε στα gourmet trends. Ό,τι κάποτε θεωρούνταν φτωχό, έγινε εξωτικό. Ο κόσμος ήθελε αυθεντικότητα, και το ράμεν την είχε. Μαζί με μυστήριο, παράδοση και… ζωμό 14 ωρών.
Σήμερα μπορείς να πληρώσεις 20 ευρώ για ένα μπολ ράμεν. Πολλές φορές όχι για τα υλικά του, αλλά για τη φιλοσοφία του. Γιατί θεωρείται “ιεροτελεστία”, “επιστήμη του umami”, “artisanal σούπα”. Το νερό με κόκαλα έγινε τέχνη. Και το αυγό με σόγια έγινε θέμα γευσιγνωσίας.
Το πιο ειρωνικό; Στην Ιαπωνία ακόμα βρίσκεις ράμεν του ενός ευρώ στον δρόμο. Απλό, όπως παλιά. Σιωπηλό, καυτό, τίμιο. Όπως ήταν φτιαγμένο να είναι: μια γρήγορη, νόστιμη λύση. Όχι αντικείμενο λατρείας. Αλλά η Δύση ερωτεύτηκε τη σούπα. Και όταν ερωτευόμαστε κάτι, το κάνουμε ακριβό.