Το σπούκυ έθιμο που φωτογράφιζαν τους νεκρούς συγγενείς τους σαν ζωντανούς
Πριν εφευρεθεί η οικογενειακή φωτογραφία, υπήρχε η post-mortem.
Κανείς δεν ήξερε αν αυτό που κοιτούσε τη φωτογραφική μηχανή ήταν ζωντανό ή όχι. Στη βικτωριανή Αγγλία, αυτό ακριβώς ήταν το ζητούμενο. Να μοιάζει ζωντανός. Αν έφευγε από τη ζωή ένα παιδί, ένας γονιός, ένας αγαπημένος – και δεν υπήρχε φωτογραφία του – τότε η μόνη λύση ήταν μία: να τον φωτογραφήσουν νεκρό, λες και ήταν ακόμα ανάμεσά τους.
Στήριζαν το σώμα του νεκρού με σύρματα, κουφώματα, ειδικά τρίποδα. Άλλοτε καθόταν σε καρέκλα, άλλοτε στεκόταν όρθιος πλάι στην οικογένεια. Τα βλέφαρα ήταν κλειστά, αλλά ζωγράφιζαν ανοιχτά μάτια πάνω τους ή στην εκτύπωση της φωτογραφίας. Το αποτέλεσμα ήταν τρομακτικά ζωντανό. Και απολύτως αποδεκτό.
Ήταν η λεγόμενη post-mortem photography – η φωτογράφιση μετά θάνατον – και έγινε κοινή πρακτική στα μέσα του 19ου αιώνα. Μια φωτογραφία στοίχιζε ακριβά, κι αν δεν είχες προλάβει να αποθανατίσεις τον άνθρωπό σου όσο ζούσε, τότε αυτό το τελευταίο «πορτρέτο» ήταν ιερή υποχρέωση. Όχι για να θυμάσαι τον θάνατο. Αλλά για να διατηρείς το πρόσωπο ζωντανό.
Σε κάποιες από τις φωτογραφίες, τα ζωντανά πρόσωπα της οικογένειας είναι θαμπά – επειδή δεν μπορούσαν να μείνουν ακίνητοι για πολλή ώρα. Αντίθετα, ο νεκρός είναι απόλυτα καθαρός στη λήψη. Δεν κουνιόταν καθόλου.
Πολλά τέτοια πορτρέτα δείχνουν παιδιά. Μικρά κοριτσάκια με τα μάτια «ανοιχτά» από το πινέλο, σαν να κοιτάζουν τον φακό. Άντρες με γραβάτα, στημένοι στην καρέκλα. Μητέρες που κρατούν αγκαλιά τα μωρά τους, ενώ τα ίδια είναι ήδη νεκρά.
Δεν ήταν μακάβριο. Δεν ήταν ανήθικο. Ήταν πένθος. Ήταν μνήμη. Ήταν η ανθρώπινη ανάγκη να κρατηθείς από κάτι, έστω από μια φωτογραφία. Και μέσα από αυτό το σπούκυ έθιμο, που σήμερα μοιάζει βγαλμένο από ταινία τρόμου, γεννήθηκε κάτι πιο ισχυρό: το δικαίωμα να θυμάσαι.