Τον ανάγκασαν να κατηγορήσει τη μητέρα του για αιμομιξία. Εκείνη δεν απάντησε. Τους κοίταξε και μίλησε σε όλες τις μανάδες του κόσμου.
Ο γιος της τη διέσυρε επειδή τον ανάγκασαν. Εκείνη δεν απάντησε. Μίλησε μόνο σε όλες τις μανάδες του κόσμου. Και μετά την καταδίκασαν σε θάνατο.
Το πρωί της 14ης Οκτωβρίου 1793, η Μαρία Αντουανέτα μεταφέρθηκε σε μια παγωμένη αίθουσα του Επαναστατικού Δικαστηρίου στο Παρίσι. Ήταν 37 ετών, αδύναμη, καταβεβλημένη και ολομόναχη. Η μοίρα της είχε ήδη αποφασιστεί. Η δίκη της ήταν απλώς το τελευταίο στάδιο μιας εκτέλεσης που είχε προγραμματιστεί και χτιστεί με λέξεις-σφαίρες. Κι όμως, κανείς δεν περίμενε ότι μια από τις πιο αδιανόητες κατηγορίες που θα ακουγόταν εκεί μέσα θα αφορούσε τον ίδιο της τον γιο.
Ο μικρός Λουδοβίκος-Κάρολος, μόλις 8 χρονών, είχε αποσπαστεί από τη μητέρα του μήνες πριν. Ζούσε κλεισμένος, παρατημένος και τρομοκρατημένος, στα χέρια φρουρών που του υπόσχονταν φαΐ, προστασία ή ελευθερία με αντάλλαγμα μια κατάθεση. Όταν τελικά έφτασε στο δικαστήριο, η φωνή του κατέθεσε την πιο άθλια κατηγορία που μπορεί να ειπωθεί για μια μητέρα: ότι είχε συνάψει σεξουαλική σχέση μαζί του. Ο κόσμος στην αίθουσα πάγωσε.
Η Μαρία Αντουανέτα σιώπησε. Δεν έβγαλε ούτε φωνή για να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ούτε για να κατηγορήσει αυτούς που έστησαν τη μαρτυρία. Σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε γύρω της και είπε μόνο:
«Η φύση αρνείται να απαντήσει σε μια τέτοια κατηγορία. Απευθύνομαι σε όλες τις μανάδες που είναι εδώ.»
Αυτή η μία φράση διέλυσε την αίθουσα. Η φωνή της δεν απευθύνθηκε σε δικαστές, δεν απευθύνθηκε στην εξουσία. Απευθύνθηκε στη μνήμη, στο ένστικτο, στην καρδιά όσων ήξεραν τι σημαίνει μητέρα και παιδί. Δεν ζήτησε συγχώρεση. Ζήτησε να καταλάβουν το μέγεθος της ύβρης.
Μετά από δύο ημέρες, μια δίκη–παρωδία και ένα σώμα από άντρες ενόρκους που είχαν λάβει ήδη την απόφαση, η πρώην βασίλισσα της Γαλλίας καταδικάστηκε για προδοσία, συνομωσία, σπατάλη και αιμομιξία. Όλα. Ομόφωνα.
Στις 16 Οκτωβρίου 1793, λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι, ανέβηκε στη λαιμητόμο στην Place de la Révolution. Ζήτησε συγγνώμη από τον δήμιο επειδή του πάτησε κατά λάθος το πόδι. Μετά έσκυψε και δεν ξαναμίλησε ποτέ.