Τον απέλυσαν για τη Σμύρνη. Μετά τον ξαναφώναξαν για να σώσει τη Θράκη.
Ένας στρατιωτικός που έχασε τη θέση του, δικαιώθηκε στην πράξη και γύρισε για να σώσει ό,τι απέμεινε από τη Μεγάλη Ιδέα.
Όταν το 1919 αποβιβάστηκε στη Σμύρνη, ο Διονύσιος Σταυριανόπουλος είχε την εντολή να διατηρήσει τάξη. Ήταν ο επικεφαλής του 1/38 Συντάγματος Ευζώνων. Αγνόησε τις προειδοποιήσεις και οδήγησε τους άντρες του σε παρέλαση μπροστά από τουρκικά στρατόπεδα. Μια σφαίρα, ένας νεκρός σημαιοφόρος, πανικός. Τον κατηγόρησαν. Τον απομάκρυναν. Όμως δεν τον έδιωξαν. Ήξεραν τι άξιζε. Τον άφησαν στη Σμύρνη. Και τον προήγαγαν.
Λίγο αργότερα, θα μπει στην Προύσα με το 6ο Σύνταγμα Αρχιπελάγους. Μετά, θα ηγηθεί στη μάχη της Κοβάλτζας με έφοδο λόγχης. Κι όμως, το 1921, με την αλλαγή του πολιτικού κλίματος, τον αποστράτευσαν. Ήταν Βενιζελικός. Ήταν επιτυχημένος. Κι αυτό ενοχλούσε.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Ελλάδα αιμορραγούσε. Η Στρατιά του Έβρου ήταν η τελευταία ελπίδα. Ο Σταυριανόπουλος επέστρεψε. Του ανέθεσαν τη διοίκηση της 12ης Μεραρχίας. Ξανά μπροστά. Ξανά κρίσιμος. Ξανά στην πιο επικίνδυνη γραμμή του μετώπου. Ξανά απαραίτητος.
Είχε σώσει στρατιώτες στη Θάσο, είχε αναχαιτίσει επιθέσεις στη Σερβία, είχε καταλάβει πόλεις στην Ιωνία. Τον είχαν διώξει για πολιτικούς λόγους, αλλά κανείς δεν ήξερε το στράτευμα καλύτερα. Γι’ αυτό και τον φώναξαν πίσω. Ήταν από τους λίγους που μπορούσαν να οργανώσουν το «Θαύμα του Έβρου». Κι ας είχε κουραστεί. Δεν ήξερε να λέει όχι.
Ανέλαβε την Επιθεώρηση Πεζικού, συνέταξε την έκθεση των Βαλκανικών Πολέμων, διοίκησε τη Σχολή Ευελπίδων. Ένας στρατηγός που ξεκίνησε με χάρτες και τελείωσε με παρασημοφορήσεις από Ελλάδα, Γαλλία και Βέλγιο. Πέθανε στα Φιλιατρά, πλήρης ημερών, στα 97 του. Χωρίς να ζητήσει τίποτα.