Τον έλεγαν Ροβέρτο, ήταν Έλληνας απ’ την Πόλη και έγινε θρύλος σε τρεις χώρες
Ξεκίνησε στην Πόλη, έγραψε ιστορία στην Ελλάδα και άφησε εποχή στην Κύπρο.
Γεννήθηκε το 1905 στην Κωνσταντινούπολη. Στα χαρτιά λεγόταν Ροβέρτος Μάλλιος Γκάλιτς. Στα γήπεδα, απλώς Ροβέρτος. Δεν υπήρχαν κάμερες, δεν υπήρχαν φανέλες με ονόματα. Υπήρχε μόνο η μπάλα, το χώμα και το πάθος των παιδιών που είχαν γεννηθεί με το βλέμμα στην Ευρώπη και την καρδιά στην Ανατολή.
Ξεκίνησε από τον Ήφαιστο Κωνσταντινουπόλεως, το 1923. Η Πόλη άλλαζε. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε χαθεί. Οι μειονότητες στενεύανε. Εκείνος, όπως πολλοί άλλοι, πέρασε το Αιγαίο. Το 1928 φόρεσε την κιτρινόμαυρη της ΑΕΚ, που τότε δεν ήταν σύλλογος· ήταν ρίζα, παρηγοριά και μνήμη για τους ξεριζωμένους.
Τρία χρόνια αργότερα, μπήκε στην Εθνική. Δώδεκα συμμετοχές, ένα γκολ. Το πέτυχε με πέναλτι απέναντι στη Β’ Ουγγαρίας, Δεκέμβριο του 1931. Την εποχή που ο κόσμος ετοιμαζόταν να ξαναβυθιστεί στο σκοτάδι, εκείνος ευστοχούσε από τα έντεκα βήματα, με τη φανέλα της Ελλάδας να γράφει μια ιστορία που δεν καταγράφηκε σε φιλμ.
Το 1933, φεύγει για την Κύπρο. Παίκτης-προπονητής στον Τραστ Λευκωσίας. Εκεί, έγινε και αρχηγός και μέντορας. Μέσα σε δύο χρόνια, κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα και το πρώτο κύπελλο του νησιού. Ήταν ο άνθρωπος πίσω από το πρώτο νταμπλ στην ιστορία του κυπριακού ποδοσφαίρου. Κι όμως, δεν ήταν καν Κύπριος.
Έμεινε εκεί, όταν άλλοι θα είχαν γυρίσει πίσω. Προπόνησε την Τουρκική Λέσχη Λευκωσίας. Έπειτα, τον Πεζοπορικό Λάρνακας, μέχρι το 1940. Έγινε κάτι σπάνιο: αγαπήθηκε από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Γιατί στο ποδόσφαιρο, ο μόνος εχθρός είναι η ήττα.
Πέθανε το 1973. Όχι στην Πόλη, ούτε στην Αθήνα, ούτε στη Λευκωσία. Χάθηκε όπως χάνονται οι παλιοί ποδοσφαιριστές: χωρίς επετείους, χωρίς τιμές, χωρίς σκηνές. Μόνο με τη σιγή εκείνων που θυμούνται. Και τη μνήμη μιας εποχής όπου κάποιος μπορούσε να γίνει θρύλος σε τρεις χώρες, χωρίς να γίνει ήρωας σε καμία.