Τον έθαψαν καθιστό στον θρόνο του και τον βρήκαν έτσι σχεδόν δύο αιώνες μετά
Δεν τον έθαψαν ξαπλωμένο. Τον έβαλαν στον θρόνο του. Και όταν άνοιξαν τον τάφο σχεδόν 200 χρόνια μετά, καθόταν ακόμα εκεί
Όταν πέθανε, δεν τον έβαλαν σε φέρετρο. Δεν τον ξάπλωσαν. Τον τοποθέτησαν σε έναν θρόνο, έντυσαν το σώμα του με βασιλική στολή, του φόρεσαν το στέμμα, του έβαλαν στα χέρια το σκήπτρο και τον έθαψαν έτσι, καθιστό. Η ιδέα δεν ήταν να αποχαιρετήσουν έναν άνθρωπο. Ήταν να διατηρήσουν έναν αυτοκράτορα — σαν να μην πέθανε ποτέ.
Ο θρόνος τοποθετήθηκε μέσα στο μαυσωλείο που είχε χτίσει ο ίδιος. Οι πέτρες σκέπασαν το σώμα, αλλά όχι το σύμβολο. Το άγγιγμα της αιωνιότητας είχε επιχειρηθεί με κάθε λεπτομέρεια. Όμως, κανείς δεν περίμενε πως σχεδόν 200 χρόνια μετά, θα συνέβαινε το αδιανόητο: ο τάφος θα άνοιγε. Και το θέαμα που αντίκρισαν, δεν το ξέχασε κανείς.
Ήταν το έτος 1000. Ο Αυτοκράτορας Όθων Γ’, εγγονός δυναστείας, θέλησε να δει με τα μάτια του τον πρόγονό του. Ο τάφος άνοιξε. Κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος για αυτό που αντίκρισαν: το σώμα καθόταν ακόμα στον θρόνο. Το στέμμα στο κεφάλι. Το σκήπτρο στο χέρι. Τα ρούχα σχεδόν άθικτα. Μια σκηνή σαν παγωμένος χρόνος.
Η αποκάλυψη αυτή δεν ήταν απλώς ιστορική. Ήταν μυθική. Ο ίδιος ο Όθων φέρεται να πήρε κάποια αντικείμενα από τον τάφο – ένα δόντι, έναν σταυρό, ίσως και το ίδιο το σκήπτρο. Ό,τι απέμεινε, ξαναθάφτηκε. Αλλά η εικόνα του καθιστού νεκρού έμεινε. Και μεταφέρθηκε από στόμα σε στόμα, από χρονογράφο σε χρονογράφο.
Ο άντρας αυτός δεν ήταν άλλος από τον Καρλομάγνο. Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στρατηγός, μεταρρυθμιστής, ιδρυτής μιας νέας Ευρώπης. Και όμως, στο τέλος της ζωής του, δεν θέλησε να τον θυμούνται ως νεκρό. Θέλησε να μείνει στη μνήμη καθισμένος – σαν να περιμένει ακόμη κάτι.