Τον ήθελαν νεκρό. Αλλά πρώτα του έταξαν μια δίκαιη δίκη. Ο Ναπολέων είχε αποφασίσει ήδη.
Ήταν λαϊκός ήρωας και επαναστάτης. Τον συνέλαβαν, του έταξαν δίκαιη δίκη
Ήταν ξενοδόχος, πατέρας, ευσεβής καθολικός και βαθιά δεμένος με τη γη του. Το όνομά του: Ανδρέας Χόφερ. Το έτος: 1809. Η περιοχή: Τιρόλο. Κι όμως, αυτός ο απλός άνθρωπος στάθηκε απέναντι στη μεγαλύτερη πολεμική μηχανή της εποχής του. Και πλήρωσε με το αίμα του για κάτι που ο ίδιος αποκαλούσε “πίστη στον Αυτοκράτορα και στον Θεό”.
Το Τιρόλο, που ανήκε στην Αυστρία, είχε παραχωρηθεί στη Βαυαρία, σύμμαχο του Ναπολέοντα. Η νέα εξουσία έφερε μαζί της στρατολόγηση Τιρολέζων στον γαλλικό στρατό, καταπίεση της καθολικής πίστης και νέους φόρους. Ο Χόφερ ξεσήκωσε τους χωρικούς, οδηγώντας την πιο απροσδόκητη επανάσταση της εποχής. Οπλισμένοι με κυνηγετικά όπλα, οι άνδρες του νίκησαν τρεις φορές τα στρατεύματα του Ναπολέοντα και απελευθέρωσαν το Ίνσμπρουκ.
Αλλά οι νίκες του κράτησαν λίγο. Μέχρι τον Νοέμβριο του 1809, ο Ναπολέων είχε στείλει ενισχύσεις και η περιοχή ξανάπεσε. Ο Χόφερ, κυνηγημένος, κρύφτηκε σε καλύβα στο βουνό. Τον πρόδωσε ένας συγχωριανός του, για ένα πουγκί χρυσά νομίσματα. Συνελήφθη τον Ιανουάριο του 1810 και οδηγήθηκε στην Μάντοβα.
Οι τοπικές αρχές δίσταζαν. Δεν ήθελαν να εκτελέσουν έναν άνθρωπο τόσο αγαπητό στον λαό. Ήθελαν εντολή από το Παρίσι. Κι εκεί ήρθε το σημείωμα του Ευγένιου ντε Μποαρνέ, αντιβασιλέα και γαμπρού του Ναπολέοντα. Ένα κομμάτι χαρτί, λίγες λέξεις: “Donategli un giusto processo. Poi fucilatelo.” – «Δώστε του μια δίκαιη δίκη. Και μετά τουφεκίστε τον.»
Ο Χόφερ δεν αρνήθηκε τίποτα. Δεν έκρυψε την πίστη του στον αυστριακό θρόνο. Δεν ζήτησε έλεος. Η απόφαση ήταν ήδη γραμμένη. Η δίκη ήταν τυπική. Η εκτέλεση προγραμματισμένη. Στις 20 Φεβρουαρίου 1810, οδηγήθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια. Όταν ο στρατιώτης που θα έδινε το τελικό χτύπημα δίστασε, ο Χόφερ του φώναξε: «Σκότωσέ με καλά!»
Χρειάστηκαν τρεις σφαίρες για να σωπάσει η φωνή του Τιρόλου.
Η μνήμη του όμως δεν σώπασε ποτέ. Το 1823, η Αυστρία μετέφερε τα οστά του στο Ίνσμπρουκ. Έγινε εθνικός ήρωας. Αγάλματα στήθηκαν, τραγούδια γράφτηκαν. Και μέχρι σήμερα, στις Άλπεις, τον θυμούνται όχι για την επανάσταση. Αλλά γιατί του έταξαν δικαιοσύνη, ενώ είχαν ήδη γράψει την καταδίκη του.