Τραγουδούσε χωρίς να πληρώνεται, δούλευε ράφτης και μικροπωλητής. Μετά τον έμαθε όλη η Ελλάδα
Ο Στράτος Διονυσίου τραγουδούσε χωρίς να πληρώνεται και δούλευε ράφτης. Μετά τον έμαθε όλη η Ελλάδα.
Ο Στράτος Διονυσίου δεν γεννήθηκε θρύλος. Γεννήθηκε σε ένα μικρό σπίτι στη Νιγρίτα Σερρών, από γονείς πρόσφυγες του Αϊβαλιού, ανθρώπους της ανάγκης και της πίστης. Από μικρός γνώρισε τη στέρηση. Το 1948 έχασε τον πατέρα του και βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη με τη μητέρα του, να προσπαθεί να βοηθήσει το σπίτι όπως μπορούσε.
Τα πρώτα του τραγούδια δεν τα πλήρωσε κανείς. Ούτε οι θαμώνες, ούτε τα αφεντικά. Τραγουδούσε αμισθί σε νυχτερινά κέντρα της Θεσσαλονίκης. Για την αγάπη, για την ελπίδα, για ένα βλέμμα από κάποιον που θα πίστευε σε αυτόν. Τα πρωινά δούλευε μικροπωλητής. Άλλες φορές ράφτης. Μια ζωή στο πόδι, με το χέρι στο ψαλίδι και το άλλο στο μικρόφωνο.
Το 1959 κάνει την πρώτη του εμφάνιση στο κέντρο «Φαρίντα». Η φωνή του είναι ξερή, βαριά, τσιμεντένια. Κάποιοι τον κοιτούν με καχυποψία. Άλλοι με θαυμασμό. Δεν μοιάζει με κανέναν. Είναι λαϊκός μέχρι το μεδούλι. Η Καίτη Γκρέυ τον ακούει και του προτείνει να συνεργαστούν. Μαζί του, ανοίγει ο δρόμος για την Αθήνα.
Στην οδό Σατωβριάνδου, ανάμεσα σε μικρά μαγαζιά και φτηνά στούντιο, ο Διονυσίου ηχογραφεί το πρώτο του 45άρι. «Δεν είμαι ένοχος». Το τραγούδι τον συστήνει στο κοινό. Η φωνή του δεν είναι απλώς δυνατή. Είναι πονεμένη. Έχει κάτι που δεν αντιγράφεται. Από εκείνη τη στιγμή, οι εταιρείες αρχίζουν να ενδιαφέρονται.
Δίπλα του, μεγάλα ονόματα. Ο Άκης Πάνου του γράφει τραγούδια που σημάδεψαν τη λαϊκή μνήμη. «Και τι δεν κάνω», «Φέρτε το παιδί του Χάρου», «Στο σταθμό του Μονάχου». Ο Μίμης Πλέσσας τον ακούει στο μαγαζί «ΣΟΥ-ΜΟΥ» και γράφει για εκείνον το θρυλικό «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», για την ταινία Ορατότης Μηδέν.
Η ζωή του δεν ήταν γραμμική. Ούτε η πορεία του εύκολη. Το 1975 καταδικάστηκε για υπόθεση ναρκωτικών που ο ίδιος πάντα αρνιόταν. Μπήκε φυλακή, τραγούδησε ακόμα και από εκεί. Όταν αποφυλακίστηκε, έμεινε όρθιος. Ο κόσμος δεν τον ξέχασε. Τον χειροκρότησε. Του έδωσε δεύτερη ζωή. Και αυτός του την επέστρεψε με δεκάδες επιτυχίες.
Ο Διονυσίου δεν ήθελε να γίνει σταρ. Ήθελε να τραγουδάει και να τον νιώθουν. Να λέει τον καημό όπως τον ένιωθε. Να κατεβαίνει από τη σκηνή και να είναι ίδιος με τους άλλους. Δεν φόρεσε ποτέ περηφάνια που δεν του ανήκε. Είχε περάσει απ’ όλα. Και αυτό τον έκανε να μιλάει κατευθείαν στην ψυχή.
Έφυγε το 1990, στα 54 του χρόνια, έχοντας προλάβει να αφήσει πίσω του μια κληρονομιά πιο βαριά από κάθε βραβείο. Τη φωνή του, τα παιδιά του που συνέχισαν το τραγούδι, και μια Ελλάδα που, όταν τον ακούει, λέει «αυτός ήταν ο δικός μας άνθρωπος».